ΜΕΡΟΣ 4: ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ
Δεν πρόλαβα να ρωτήσω τη Μάρα τι εννοούσε.
Ένας νέος πόνος διαπέρασε την κοιλιά μου.
«Claire, κοίταξέ με», είπε η νοσοκόμα.
Προσπάθησα να αναπνεύσω.
«Το μωρό έρχεται.»
Έκλεισα τα μάτια.
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, όλη η έρευνα, τα οικονομικά αρχεία, τα ψεύτικα ονόματα και η οικογένεια Bellacourt εξαφανίστηκαν από το μυαλό μου.
Υπήρχε μόνο ένα πράγμα που με ένοιαζε.
Το παιδί μου.
Οι ώρες που ακολούθησαν ήταν θολές.
Φωνές.
Φώτα.
Γιατροί.
Νοσοκόμες.
Και εγώ να κρατιέμαι από το χέρι μιας γυναίκας που δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου.
Κάποια στιγμή, άκουσα έναν γιατρό να λέει:
«Έρχεται.»
Και μετά…
ένα κλάμα.
Το πιο δυνατό, το πιο μικρό και ταυτόχρονα το πιο συγκλονιστικό κλάμα που είχα ακούσει ποτέ.
Ο γιος μου είχε γεννηθεί.
Πρόωρος.
Μικροσκοπικός.
Αλλά ζωντανός.
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
«Είναι καλά;»
Ο γιατρός χαμογέλασε.
«Χρειάζεται παρακολούθηση, αλλά τα πρώτα σημάδια είναι ενθαρρυντικά.»
Τον είδα για λίγα μόνο δευτερόλεπτα πριν τον πάρουν στη μονάδα νεογνών.
Ένα τόσο μικρό πλάσμα.
Και όμως, μέσα μου ένιωθα ότι θα πολεμούσα ολόκληρο τον κόσμο για να τον προστατεύσω.
Όταν ξύπνησα, ήταν ξημέρωμα.
Το δωμάτιο ήταν ήσυχο.
Στο κομοδίνο υπήρχε ένα ποτήρι νερό.
Και δίπλα του ένας φάκελος.
Δεν χρειαζόταν να ρωτήσω ποιος τον είχε αφήσει.
Η Μάρα.
Τον άνοιξα.
Στην πρώτη σελίδα υπήρχε μια φωτογραφία.
Ο Evan.
Η Victoria.
Και ένας άντρας που δεν γνώριζα.
Κάτω από τη φωτογραφία υπήρχε μια ημερομηνία.
Τρεις μήνες πριν.
Στο πίσω μέρος υπήρχε μια σημείωση:
«Συνάντηση σχετικά με την παράδοση.»
Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει γρήγορα.
«Παράδοση τίνος;»
Γύρισα τη σελίδα.
Εκεί υπήρχε το όνομα του γιου μου.
Και κάτω από αυτό:
«Μετά τη γέννηση, το παιδί θα μεταφερθεί σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας.»
Άφησα τον φάκελο να πέσει.
Δεν μπορούσα να αναπνεύσω.
Η πόρτα άνοιξε.
Η Μάρα μπήκε μέσα.
«Ξύπνησες.»
«Τι είναι αυτό;»
Δεν προσπάθησε να προσποιηθεί ότι δεν καταλάβαινε.
Κάθισε απέναντί μου.
«Είναι ένα προσχέδιο συμφωνίας.»
«Για το παιδί μου.»
«Ναι.»
«Ποιος το υπέγραψε;»
Η Μάρα πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Ο Evan.»
Ένιωσα σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος.
«Όχι.»
«Claire—»
«Όχι. Δεν γίνεται.»
«Υπάρχει και η υπογραφή της Victoria.»
Έσφιξα τα δάχτυλά μου.
«Τι ακριβώς συμφώνησαν;»
Η Μάρα άνοιξε τον φάκελο.
«Δεν είναι ακόμα πλήρες συμβόλαιο. Είναι συμφωνία πρόθεσης.»
«Για τι;»
«Για μεταφορά της νομικής επιμέλειας του παιδιού μετά τη γέννησή του.»
Ένιωσα το στομάχι μου να γυρίζει.
«Σε ποιον;»
Η Μάρα με κοίταξε.
«Σε έναν οργανισμό που συνδέεται με μια από τις εταιρείες-φαντάσματα της Bellacourt.»
«Γιατί;»
«Αυτό προσπαθούμε να ανακαλύψουμε.»
«Ποιος είναι ο οργανισμός;»
Η Μάρα έβγαλε άλλη μία σελίδα.
Το όνομα ήταν τυπωμένο στο πάνω μέρος.
Bellacourt Family Foundation.
«Ίδρυμα;»
«Στα χαρτιά, ναι.»
«Και στην πραγματικότητα;»
«Δεν είμαστε ακόμα βέβαιοι.»
Ένιωσα θυμό να ανεβαίνει μέσα μου.
«Το παιδί μου δεν είναι περιουσιακό στοιχείο.»
«Συμφωνώ.»
«Και ο Evan το υπέγραψε;»
«Ναι.»
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
«Γιατί;»
Η Μάρα δεν απάντησε.
Αυτό ήταν χειρότερο από οποιαδήποτε απάντηση.
Λίγες ώρες αργότερα, ο Evan εμφανίστηκε στο νοσοκομείο.
Δεν μπήκε αμέσως στο δωμάτιο.
Στάθηκε στην πόρτα.
Το πρόσωπό του ήταν χλωμό.
Το κοστούμι του ήταν σκισμένο στο μανίκι.
Είχε ακόμα πάνω του τη μικρή λεκέδα από κρασί που είχε δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια του γάμου της Celeste.
«Claire…»
Δεν απάντησα.
«Πώς είναι;»
«Ο γιος μας;»
Έγνεψε.
«Είναι σταθερός.»
«Θα τον δω.»
«Όχι ακόμα.»
Με κοίταξε.
«Γιατί;»
«Επειδή θέλω πρώτα να μου πεις την αλήθεια.»
Κατέβασε το βλέμμα.
«Δεν ξέρω τι σου είπε η Μάρα.»
«Δεν χρειάζεται να μου πει τίποτα.»
Έβγαλα τη φωτοτυπία από τον φάκελο.
«Την υπέγραψες;»
Το πρόσωπό του άλλαξε.
Δεν είπε τίποτα.
«Evan.»
Σιωπή.
«Την υπέγραψες;»
«Ναι.»
Ένιωσα ένα ρίγος.
«Γιατί;»
Έκανε ένα βήμα προς το κρεβάτι.
«Δεν ήταν αυτό που νομίζεις.»
«Τότε εξήγησέ το.»
«Η μητέρα μου με πίεσε.»
«Και εσύ υπέγραψες.»
«Ήμουν παγιδευμένος.»
«Εγώ ήμουν η γυναίκα σου!»
Η φωνή μου έσπασε.
«Και το παιδί ήταν δικό μας!»
Ο Evan άρχισε να κλαίει.
«Claire, προσπάθησα να το σταματήσω.»
«Πότε;»
Δεν απάντησε.
«Πότε προσπάθησες;»
«Πριν από δύο εβδομάδες.»
«Αφού βρήκες ότι ερευνούσες την εταιρεία;»
Το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω μου.
Δεν χρειάστηκε να απαντήσει.
Είχα καταλάβει.
«Το ήξερες.»
«Claire—»
«Ήξερες ότι με ερευνούσαν.»
«Δεν ήξερα ότι θα έφτανε τόσο μακριά.»
«Και με άφησες να μπω στον γάμο της αδελφής σου ενώ ήξερες ότι η αστυνομία θα ερχόταν;»
Ο Evan έσκυψε το κεφάλι.
«Μου είπαν ότι θα μπορούσαν να το χειριστούν.»
«Ποιοι;»
«Η μητέρα μου και ο δικηγόρος της.»
«Και τι ακριβώς θα χειρίζονταν;»
Ο Evan δεν απάντησε.
Τότε η πόρτα άνοιξε.
Η Μάρα μπήκε μέσα.
«Αυτό ακριβώς θέλω κι εγώ να μάθω.»
Ο Evan γύρισε απότομα.
Η Μάρα κρατούσε έναν φάκελο.
«Evan Bellacourt, είσαι έτοιμος να μου πεις ποιος είναι ο άνθρωπος που εμφανίζεται σε όλες τις μεταφορές;»
Ο Evan κοίταξε τον φάκελο.
Και για πρώτη φορά…
φοβήθηκε πραγματικά.
«Δεν μπορώ να μιλήσω εδώ», ψιθύρισε.
«Γιατί;»
«Επειδή δεν είναι ασφαλές.»
Η Μάρα συνοφρυώθηκε.
«Τι σημαίνει αυτό;»
Ο Evan κοίταξε προς την πόρτα.
«Η μητέρα μου δεν είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα.»
Σιωπή.
«Τότε ποιος είναι;» ρώτησα.
Ο Evan πλησίασε.
«Ο άνθρωπος που χρηματοδοτεί τα πάντα.»
Η Μάρα σταμάτησε.
«Ποιος;»
Ο Evan κοίταξε εμένα.
Μετά τη Μάρα.
Και ψιθύρισε:
«Ο πατέρας μου.»
Πάγωσα.
«Ο πατέρας σου είναι νεκρός.»
Ο Evan έγνεψε.
«Αυτό πιστεύουν όλοι.»
Η Μάρα σηκώθηκε αμέσως.
«Τι είπες;»
Ο Evan κατάπιε δύσκολα.
«Ο πατέρας μου δεν πέθανε πριν από δέκα χρόνια.»
«Τότε πού είναι;»
Ο Evan κοίταξε προς το παράθυρο.
«Στο Bellacourt Vineyard.»
Η Μάρα έβγαλε αμέσως το τηλέφωνό της.
«Ομάδα στην ανατολική πτέρυγα. Τώρα.»
Εγώ έμεινα ακίνητη.
Ο άντρας που υποτίθεται ότι είχε πεθάνει πριν από μια δεκαετία…
ίσως βρισκόταν ακόμα στο κτήμα.
Και αν ήταν εκεί…
τότε ήξερε για μένα.
Ήξερε για την έρευνα.
Ήξερε για το παιδί μου.
Και ίσως εκείνος να ήταν ο πραγματικός λόγος που η οικογένεια Bellacourt προσπαθούσε να πάρει το παιδί μου πριν καν προλάβω να το κρατήσω στην αγκαλιά μου.
Η Μάρα με κοίταξε.
«Claire, πρέπει να κάνουμε κάτι τώρα.»
«Τι;»
«Να προστατεύσουμε το παιδί σου.»
Και τότε το τηλέφωνό της χτύπησε.
Το άκουσε για λίγα δευτερόλεπτα.
Το πρόσωπό της άλλαξε.
«Τι συνέβη;» ρώτησα.
Η Μάρα έκλεισε αργά το τηλέφωνο.
«Βρήκαν ένα κρυφό δωμάτιο κάτω από το παλιό οινοποιείο.»
«Και;»
Με κοίταξε στα μάτια.
«Υπάρχει κάποιος μέσα.»
Ένιωσα την καρδιά μου να σταματά.
«Ποιος;»
Η Μάρα δεν απάντησε.
Απλώς είπε:
«Και ζητάει να μιλήσει μόνο μαζί σου.»

0 comments:
Post a Comment