ΜΕΡΟΣ 4 — «Η μητέρα του μου είπε “ντρέπομαι για τον γιο μου” — και λίγες ώρες αργότερα ο Τζέραλντ με πήρε έξαλλος, επειδή κάποιος είχε επιτέλους ακούσει τη δική μου πλευρά»
Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά εκείνο το βράδυ.
Τζέραλντ.
Απάντησα.
«Πήρες τη μητέρα μου;»
«Μίλησα μαζί της.»
«Δεν είχες κανένα δικαίωμα.»
«Με ρώτησε τι συνέβη.»
«Δεν χρειαζόταν να της τα πεις όλα.»
«Δεν της είπα ψέματα.»
«Με ντρόπιασες.»
Η φράση με έκανε να σωπάσω.
«Όχι, Τζέραλντ.»
«Τότε τι έκανες;»
«Σου είπα την αλήθεια.»
«Η μητέρα μου τώρα πιστεύει ότι είμαι τέρας.»
«Δεν της είπα ότι είσαι τέρας.»
«Τότε γιατί μου μίλησε έτσι;»
Πήρα ανάσα.
«Ίσως επειδή άκουσε για πρώτη φορά τι έγινε.»
Σιωπή.
«Δεν καταλαβαίνεις τη δική μου πλευρά.»
«Προσπάθησα.»
«Όχι αρκετά.»
«Πέρασα χρόνια προσπαθώντας να καταλάβω εσένα.»
«Και τώρα;»
«Τώρα προσπαθώ να καταλάβω εμένα.»
Έκλεισε.
Τις επόμενες μέρες άρχισα να βλέπω τη σχέση μας διαφορετικά.
Όχι μόνο μέσα από εκείνον τον καβγά.
Αλλά μέσα από μικρές στιγμές του παρελθόντος.
Τις φορές που μου έλεγε:
«Μη φοράς αυτό, δεν σου πάει.»
Τις φορές που έλεγε:
«Μου αρέσεις περισσότερο έτσι.»
Τις φορές που εγώ δίσταζα να αγοράσω κάτι επειδή πίστευα ότι δεν θα του άρεσε.
Και ξαφνικά όλα έμοιαζαν να συνδέονται.
Δεν είχα καταλάβει πόσο πολύ είχα προσαρμόσει τον εαυτό μου στις προτιμήσεις κάποιου άλλου.
Μέχρι που άλλαξα κάτι για την υγεία μου.
Και τότε εκείνος αντέδρασε σαν να του είχα πάρει κάτι.
Δύο εβδομάδες αργότερα ζήτησε να συναντηθούμε.
Δέχτηκα.
Καθίσαμε σε ένα ήσυχο καφέ.
Ο Τζέραλντ φαινόταν κουρασμένος.
«Έχω σκεφτεί τα πάντα.»
«Κι εγώ.»
«Κατάλαβα ότι το χειρίστηκα άσχημα.»
Περίμενα.
Ίσως αυτή τη φορά θα ζητούσε πραγματικά συγγνώμη.
Ίσως θα έλεγε:
«Έκανα λάθος.»
Αλλά δεν το έκανε.
«Απλώς εύχομαι να είχες σκεφτεί περισσότερο τα δικά μου συναισθήματα.»
Ένιωσα την απογοήτευση να επιστρέφει.
«Τα σκέφτηκα.»
«Τότε;»
«Απλώς δεν είναι πιο σημαντικά από την υγεία μου.»
Έσκυψε πίσω.
«Δεν είπα αυτό.»
«Το έδειξες.»
«Λάιλα, σε αγαπώ.»
«Δεν αρκεί.»
«Γιατί;»
«Επειδή αγάπη χωρίς σεβασμό γίνεται έλεγχος.»
Σώπασε.
«Πέρασα χρόνια πιστεύοντας ότι με αγαπούσες αρκετά ώστε να θέλεις να είμαι καλά.»
«Το θέλω.»
«Τότε γιατί δυσκολεύεσαι τόσο να δεχτείς ότι είμαι καλύτερα;»
Δεν απάντησε.
Έπιασα την τσάντα μου.
«Δεν χρειάζεται να απαντήσεις.»
«Τι σημαίνει αυτό;»
Σηκώθηκα.
«Σημαίνει ότι κατάλαβα.»
«Τι κατάλαβες;»
Τον κοίταξα.
«Ότι λάτρευες την εκδοχή μου που υπέφερε, επειδή ήταν η εκδοχή μου που σου άρεσε περισσότερο.»
«Αυτό είναι άδικο.»
«Ίσως.»
Έκανα ένα βήμα πίσω.
«Αλλά είναι η αλήθεια μου.»
Έφυγα από το καφέ.
Και εκείνο το βράδυ πήρα μια απόφαση που φοβόμουν να πάρω.
Θα μιλούσα με δικηγόρο.

0 comments:
Post a Comment