ΜΕΡΟΣ 5 — ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΠΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣΕ Η ΕΛΕΝΗ
Στα 100 της χρόνια, η Ελένη άρχισε να γράφει.
Κάθε βράδυ έγραφε σε ένα παλιό τετράδιο.
Ο Ανδρέας δεν το άγγιζε.
Δεν ρωτούσε.
Ήξερε ότι κάποια πράγματα έπρεπε να μένουν προσωπικά.
Μέχρι ένα πρωινό.
Η Ελένη του έδωσε το τετράδιο.
«Είναι για σένα.»
«Τι είναι;»
«Η ζωή μας.»
Ο Ανδρέας άνοιξε την πρώτη σελίδα.
Υπήρχε μια φράση.
«Σήμερα είδα ένα αγόρι να σηκώνει ένα μήλο από το χώμα.»
Ο Ανδρέας χαμογέλασε.
Διάβασε παρακάτω.
Η Ελένη είχε καταγράψει τα πάντα.
Την πρώτη τους γνωριμία.
Τον γάμο.
Τα παιδιά.
Τις φτώχειες.
Τις χαρές.
Τις νύχτες που έκλαιγαν.
Τις νύχτες που γελούσαν.
Και στο τέλος υπήρχε μια σελίδα που έκανε τον Ανδρέα να σταματήσει.
«Αν διαβάζεις αυτή τη σελίδα, σημαίνει ότι ακόμα είμαστε μαζί.»
Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν.
Συνέχισε.
«Και θέλω να ξέρεις κάτι. Δεν ήταν τα ογδόντα χρόνια που με έκαναν να σε αγαπώ. Ήταν οι μικρές στιγμές ανάμεσα στα χρόνια.»
Ο Ανδρέας έκλεισε το βιβλίο.
Τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα.
«Γιατί το έγραψες αυτό τώρα;»
Η Ελένη τον κοίταξε.
«Επειδή δεν ξέρω πόσο χρόνο έχουμε ακόμα.»
«Μη μιλάς έτσι.»
«Ανδρέα.»
«Ναι;»
«Έχουμε ήδη πάρει περισσότερα χρόνια από όσα τολμούσα να ονειρευτώ.»
Εκείνος έσκυψε και φίλησε το μέτωπό της.
Δεν ήξερε ότι εκείνη η σελίδα θα γινόταν ένα από τα πιο πολύτιμα πράγματα που θα είχε ποτέ.

0 comments:
Post a Comment