ΜΕΡΟΣ 4 — Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ Η ΖΩΗ ΤΟΥΣ ΕΣΠΑΣΕ
Όταν ήταν ήδη ηλικιωμένοι, ήρθε η μεγαλύτερη δοκιμασία.
Η Ελένη αρρώστησε.
Στην αρχή ήταν κάτι μικρό.
Κούραση.
Μετά εξετάσεις.
Μετά νοσοκομεία.
Μετά γιατροί.
Ο Ανδρέας δεν έφευγε από δίπλα της.
Κάθε βράδυ καθόταν στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι.
«Πήγαινε σπίτι», του έλεγαν τα παιδιά τους.
«Εδώ είναι το σπίτι μου.»
Μια νύχτα, η Ελένη άνοιξε τα μάτια της.
«Ανδρέα;»
«Εδώ είμαι.»
«Κοιμήσου.»
«Δεν νυστάζω.»
«Λες ψέματα.»
«Ναι.»
Χαμογέλασε.
«Πάντα ήσουν κακός ψεύτης.»
Εκείνος γέλασε μέσα από τα δάκρυά του.
Μετά από μήνες θεραπείας, η Ελένη επέστρεψε σπίτι.
Δεν ήταν όπως πριν.
Δεν μπορούσε να περπατήσει γρήγορα.
Ο Ανδρέας χρειαζόταν μπαστούνι.
Και οι δύο χρειάζονταν βοήθεια.
Αλλά κάθε πρωί έβγαιναν στον κήπο.
Ο Ανδρέας έδινε το χέρι του.
Η Ελένη το έπιανε.
Και περπατούσαν.
Αργά.
Πολύ αργά.
Μερικές φορές έκαναν μόνο λίγα μέτρα.
Αλλά ποτέ δεν επέστρεφαν ο ένας χωρίς τον άλλον.
Τα παιδιά τους άρχισαν να ανησυχούν.
«Μαμά, μπαμπά, δεν μπορείτε να συνεχίσετε έτσι.»
Η Ελένη χαμογέλασε.
«Γιατί;»
«Είστε πάνω από ενενήντα.»
Ο Ανδρέας απάντησε:
«Και λοιπόν;»
Το παιδί τους γέλασε.
«Είστε τρελοί.»
Η Ελένη έγνεψε.
«Αυτός είναι ο λόγος που είμαστε ακόμα μαζί.»

0 comments:
Post a Comment