ΜΕΡΟΣ 6 — «Η Μπεθ μου είπε όλα όσα έχασα ως μητέρα — και κάθε ανάμνηση με πλήγωνε περισσότερο από την προηγούμενη»
Το δυσκολότερο κομμάτι ήρθε όταν η Μπεθ άρχισε να μου μιλάει για την παιδική ηλικία του Στέφαν.
«Το πρώτο του δόντι έπεσε όταν ήταν έξι.»
Χαμογέλασα.
«Πώς αντέδρασε;»
Η Μπεθ γέλασε μέσα από τα δάκρυά της.
«Πανικοβλήθηκε. Νόμιζε ότι θα του πέσουν όλα.»
Γέλασα κι εγώ.
Μετά όμως ένιωσα έναν πόνο στο στήθος.
Εγώ δεν ήμουν εκεί.
Δεν ήμουν εκεί όταν είπε την πρώτη του λέξη.
Δεν ήμουν εκεί όταν πήγε πρώτη φορά σχολείο.
Δεν ήμουν εκεί όταν είχε πυρετό.
Δεν ήμουν εκεί όταν φοβήθηκε μια καταιγίδα.
Δεν ήμουν εκεί όταν έχασε το πρώτο του δόντι.
Είχα χάσει οκτώ χρόνια.
Και δεν μπορούσα να τα πάρω πίσω.
Μια μέρα η Μπεθ σταμάτησε να μιλά.
«Τι έγινε;»
«Δεν θέλω να σε πληγώνω.»
«Με πληγώνει περισσότερο να μη μου λες.»
Με κοίταξε.
«Είσαι σίγουρη;»
«Ναι.»
Έτσι μου είπε τα πάντα.
Για το πρώτο του ποδήλατο.
Για το λούτρινο που κοιμόταν πάντα μαζί του.
Για την πρώτη του σχολική γιορτή.
Για τον φόβο του για τους γιατρούς.
Για το αγαπημένο του φαγητό.
Για τις φορές που αρρώστησε.
Κάθε ιστορία ήταν ένα μαχαίρι.
Αλλά ήθελα να τις ακούω.
Γιατί ήταν η ζωή του γιου μου.
Μια μέρα ο Στέφαν με ρώτησε:
«Μπορώ να σε αποκαλώ μαμά;»
Πάγωσα.
Η Μπεθ επίσης.
Δεν ήξερα τι να πω.
Τον κοίταξα.
«Μπορείς να με αποκαλείς όπως αισθάνεσαι.»
Το αγόρι σκέφτηκε λίγο.
«Θέλω να έχω δύο μαμάδες.»
Η Μπεθ άρχισε να κλαίει.
Έσκυψα και τον αγκάλιασα.
«Τότε θα έχεις δύο.»
Και εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι.
Δεν χρειαζόταν να κερδίσω απέναντι στη Μπεθ.
Δεν ήταν εχθρός μου.
Ήταν η γυναίκα που είχε κρατήσει το παιδί μου όταν εγώ πίστευα ότι είχε πεθάνει.
Δεν της το είχα ζητήσει.
Δεν είχε κλέψει το παιδί μου.
Είχε εξαπατηθεί όπως κι εγώ.

0 comments:
Post a Comment