ΜΕΡΟΣ 7 — «ΑΝ ΦΥΓΕΙΣ ΠΡΩΤΟΣ, ΘΑ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ»
Ένα χειμωνιάτικο πρωινό, ο Ανδρέας δεν σηκώθηκε από το κρεβάτι.
Η Ελένη τον βρήκε αδύναμο.
Τα παιδιά κάλεσαν γιατρό.
Ο Ανδρέας τους κοίταξε όλους.
«Μην φοβάστε.»
Κανείς δεν μίλησε.
Το ίδιο βράδυ, όταν έμειναν μόνοι, η Ελένη κάθισε δίπλα του.
«Φοβάμαι», ψιθύρισε.
Ο Ανδρέας της έσφιξε το χέρι.
«Κι εγώ.»
«Δεν θέλω να φύγεις.»
«Ούτε εγώ θέλω να φύγω.»
«Τότε μείνε.»
Χαμογέλασε.
«Θα προσπαθήσω.»
Για πρώτη φορά μετά από ογδόντα χρόνια, η Ελένη έκλαψε σαν μικρό παιδί.
«Δεν είμαι έτοιμη.»
Ο Ανδρέας σήκωσε το χέρι του.
«Έλα εδώ.»
Εκείνη έσκυψε.
«Θυμάσαι το μήλο;»
Η Ελένη γέλασε μέσα από τα δάκρυά της.
«Πώς να το ξεχάσω;»
«Ήταν το καλύτερο μήλο της ζωής μου.»
«Δεν έφαγες καν το μήλο.»
«Δεν χρειαζόταν.»
Την κοίταξε.
«Βρήκα κάτι καλύτερο.»
Η Ελένη έκλεισε τα μάτια της.
Και για λίγο, κανείς δεν μίλησε.
Μόνο τα χέρια τους παρέμειναν ενωμένα.

0 comments:
Post a Comment