ΜΕΡΟΣ 8 — ΤΟ ΠΡΩΙ ΠΟΥ ΟΛΟΙ ΠΕΡΙΜΕΝΑΝ ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ
Το επόμενο πρωί, ο Ανδρέας άνοιξε τα μάτια του.
«Ελένη;»
«Εδώ είμαι.»
«Πεινάω.»
Η Ελένη τον κοίταξε έκπληκτη.
«Πεινάς;»
«Ναι.»
«Αυτό είναι καλό σημάδι.»
«Θέλω αυγά.»
Εκείνη γέλασε.
«Μετά από όλα αυτά, θέλεις αυγά;»
«Και ψωμί.»
Τα παιδιά άρχισαν να γελούν.
Ο γιατρός τους είπε ότι η κατάσταση είχε σταθεροποιηθεί.
Δεν ήταν θαύμα με την έννοια που περίμεναν.
Ήταν απλώς ένας ακόμη μικρός χρόνος που τους είχε χαριστεί.
Μερικούς μήνες αργότερα, η οικογένεια συγκεντρώθηκε για τα γενέθλιά του.
103 κεράκια δεν χωρούσαν στην τούρτα.
Έτσι έβαλαν μόνο τρία.
Ο Ανδρέας γέλασε.
«Κλέβετε.»
«Είναι συμβολικά», του είπαν.
Η Ελένη καθόταν δίπλα του.
Κάποιος έβγαλε φωτογραφία.
Ο Ανδρέας έπιασε το χέρι της.
Όπως πάντα.
Εκείνη τον κοίταξε.
«Τι εύχεσαι;»
«Να μη φύγεις ακόμα.»
Η Ελένη έβαλε το κεφάλι της στον ώμο του.
«Τότε έχουμε την ίδια ευχή.»
Και εκείνη τη στιγμή, όλοι κατάλαβαν κάτι.
Δεν ήταν η ηλικία που έκανε την αγάπη τους συγκλονιστική.
Ήταν το γεγονός ότι, μετά από ογδόντα χρόνια, ακόμα φοβούνταν να χάσουν ο ένας τον άλλον.

0 comments:
Post a Comment