ΜΕΡΟΣ 7 — «Η ΣΟΥΖΑΝ ΜΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΜΟΥ — ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΚΑΤΑΛΑΒΑ ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΧΑΙΡΕΤΟΥΣΕ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΠΟΡΤΑ»
Η αποκάλυψη με είχε αφήσει άφωνο.
«Η μητέρα μου ήθελε να με προσέξεις;»
Η Σούζαν έγνεψε.
«Όχι με τον τρόπο που νομίζεις.»
«Τότε με ποιον;»
«Ήθελε απλώς να ξέρεις ότι δεν είσαι μόνος.»
Μου εξήγησε ότι πριν μετακομίσω απέναντι, εκείνη και η μητέρα μου ήταν φίλες.
Μιλούσαν.
Γελούσαν.
Μοιράζονταν ιστορίες.
Η μητέρα μου της μιλούσε για τα παιδιά της.
Για μένα.
Για τα αδέρφια μου.
Για τις ανησυχίες της.
Και κάποια στιγμή, όταν η υγεία της άρχισε να χειροτερεύει, της έδωσε τα γράμματα.
«Δεν ήθελε να μου τα δώσει για να σε βασανίσω.»
«Τότε γιατί;»
«Για να σε ελευθερώσω.»
Η λέξη έμεινε στον αέρα.
Ελευθερώσω.
Για χρόνια πίστευα ότι κουβαλούσα την αγάπη της μητέρας μου.
Στην πραγματικότητα κουβαλούσα την ενοχή μου.
Και η Σούζαν προσπαθούσε να μου δείξει τη διαφορά.
Την επόμενη ημέρα, η Λόρα κάθισε μαζί μου στην κουζίνα.
«Η γιαγιά σε αγαπάει.»
«Το ξέρω.»
«Νομίζω ότι σε βλέπει σαν οικογένεια.»
Χαμογέλασα.
«Κι εγώ.»
«Αυτό είναι περίεργο.»
«Γιατί;»
«Επειδή πριν από λίγο καιρό πίστευα ότι ήσουν ο άνθρωπος που προσπαθούσε να μας κλέψει τη γιαγιά.»
Γέλασα.
«Κι εγώ πίστευα ότι ο θείος σου θα με έβγαζε από το σπίτι.»
Η Λόρα γέλασε.
Για πρώτη φορά, το σπίτι γέμισε γέλιο χωρίς φόβο.
Κι αυτό ήταν ίσως το μεγαλύτερο θαύμα.
Η Σούζαν άρχισε να έχει καλύτερες ημέρες.
Όχι πολλές.
Αλλά αρκετές.
Μια μέρα ζήτησε να καθίσει στη βεράντα.
Την πήγα έξω.
Κοίταξε τον δρόμο.
«Εδώ σε γνώρισα.»
«Ναι.»
«Δεν περίμενα ποτέ ότι θα ζούσαμε μαζί.»
«Ούτε εγώ.»
«Και όμως...»
Χαμογέλασε.
«Μερικές φορές η ζωή ξέρει τι χρειαζόμαστε πριν το ξέρουμε εμείς.»
Κάθισα δίπλα της.
«Μου λείπει η μητέρα μου.»
«Το ξέρω.»
«Αλλά για πρώτη φορά δεν νιώθω θυμό.»
«Αυτό είναι καλό.»
«Νιώθω ευγνωμοσύνη.»
Η Σούζαν μου έσφιξε το χέρι.
«Τότε το γράμμα έκανε τη δουλειά του.»
Λίγες ημέρες αργότερα, ο Γκρεγκ ήρθε και κάθισε δίπλα μου.
«Θέλω να σου ζητήσω κάτι.»
«Τι;»
«Αν κάποια μέρα η Σούζαν φύγει...»
Δεν τον άφησα να τελειώσει.
«Θα είμαι εδώ.»
«Δεν ξέρω αν το αξίζω να το ζητήσω.»
«Δεν έχει σημασία.»
«Γιατί;»
«Επειδή μου έμαθε ότι η οικογένεια δεν είναι ιδιοκτησία.»
Ο Γκρεγκ χαμογέλασε αμήχανα.
«Έχεις γίνει καλύτερος άνθρωπος από εμένα.»
«Όχι.»
«Ναι.»
«Απλώς άργησα να μάθω.»
Εκείνο το βράδυ, η Σούζαν με περίμενε.
Στις εννέα.
Όπως πάντα.
Αλλά αυτή τη φορά δεν ήθελε να μιλήσει για τη μητέρα μου.
«Πες μου κάτι για σένα.»
«Για μένα;»
«Ναι.»
«Τι θέλεις να ξέρεις;»
«Τι θέλεις να κάνεις από εδώ και πέρα;»
Σκέφτηκα.
«Να ζω.»
«Αυτό είναι καλό.»
«Να μην περιμένω να χάσω κάποιον για να του πω ότι τον αγαπώ.»
Η Σούζαν χαμογέλασε.
«Τώρα μιλάς σαν τον γιο που ήθελε η μητέρα σου να γίνεις.»
Έσκυψα και φίλησα το μέτωπό της.
Και τότε, για πρώτη φορά, η Σούζαν είπε:
«Νομίζω ότι μπορώ να κοιμηθώ ήσυχη.»
Δεν ήξερα αν αυτό ήταν καλό ή κακό.
Το επόμενο πρωί, όμως, βρήκα τον Γκρεγκ στην πόρτα.
Το πρόσωπό του ήταν λευκό.
«Σαμ...»
«Τι συνέβη;»
«Η γιαγιά...»
Πάγωσα.
«Τι έγινε;»
Ο Γκρεγκ με κοίταξε.
«Πρέπει να έρθεις μέσα.»
Και τότε άκουσα τη φωνή της Σούζαν.
«Σαμ...»

0 comments:
Post a Comment