ΜΕΡΟΣ 7: Η ΚΑΣΕΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΑΚΟΥΣΩ
«Με τον Έβαν.»
Οι δύο λέξεις της Μάρα έμειναν να αιωρούνται μέσα στο δωμάτιο.
Για μερικά δευτερόλεπτα δεν μπορούσα να αντιδράσω.
Κρατούσα τον γιο μου στην αγκαλιά μου και κοιτούσα τη Μάρα σαν να περίμενα να μου πει ότι είχε κάνει λάθος.
«Ο Έβαν έφυγε μαζί της;»
Η Μάρα έγνεψε.
«Το αυτοκίνητό του βρέθηκε έξω από το κτήμα πριν από περίπου είκοσι λεπτά. Η Βικτόρια δεν βρίσκεται πουθενά.»
Ένιωσα ένα κρύο ρίγος να διαπερνά το σώμα μου.
«Μπορεί να τον έχει αναγκάσει.»
«Μπορεί.»
«Ή μπορεί να την ακολουθεί επειδή θέλει.»
Η Μάρα δεν απάντησε.
Αυτό ήταν αρκετό.
Για πρώτη φορά, επέτρεψα στον εαυτό μου να σκεφτεί το χειρότερο.
Ο άντρας που είχα παντρευτεί ίσως δεν ήταν απλώς ένας άνθρωπος που είχε κάνει ένα λάθος.
Ίσως ήξερε.
Ίσως ήξερε από την αρχή.
Ίσως η εγκυμοσύνη μου, η δουλειά μου, ακόμα και ο γάμος μας να ήταν μέρος ενός σχεδίου που δεν είχα καταλάβει ποτέ.
«Θέλω να ξέρω τα πάντα», είπα.
Η Μάρα πλησίασε.
«Θα τα μάθεις. Αλλά πρώτα πρέπει να μείνεις ασφαλής.»
Κοίταξα τον γιο μου.
«Δεν πρόκειται να φύγω από εδώ.»
«Καλώς.»
«Αλλά θέλω να μου πεις τι βρήκατε στην κάβα.»
Η Μάρα πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Δεν ήταν απλώς μια κρυφή αποθήκη.»
«Τι ήταν;»
«Ένα αρχείο.»
«Αρχείο τι;»
«Ανθρώπων.»
Έσφιξα τα δάχτυλά μου γύρω από την κουβέρτα του μωρού.
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Υπήρχαν φάκελοι για ανθρώπους που είχαν συναλλαγές με την οικογένεια Μπελακούρ. Υπάλληλοι. Συνεργάτες. Πολιτικοί. Επενδυτές. Δημοσιογράφοι.»
«Και ο δικός μου;»
«Ο δικός σου ήταν διαφορετικός.»
«Πώς;»
Η Μάρα με κοίταξε.
«Είχε φωτογραφίες.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
«Φωτογραφίες μου;»
«Ναι.»
«Από πότε;»
«Από πριν γνωρίσεις τον Έβαν.»
Έμεινα ακίνητη.
Αυτό άλλαζε τα πάντα.
Η γυναίκα που με παρακολουθούσε
Το επόμενο πρωί, η Μάρα μου έδειξε τις φωτογραφίες.
Ήταν τραβηγμένες από απόσταση.
Εγώ έξω από το γραφείο μου.
Εγώ σε ένα καφέ.
Εγώ να μπαίνω στο αυτοκίνητό μου.
Εγώ να περπατάω με μια φίλη.
Μία φωτογραφία με έκανε να παγώσω.
Ήταν τραβηγμένη σχεδόν έναν χρόνο πριν γνωρίσω τον Έβαν.
Κρατούσα έναν φάκελο στο χέρι.
«Τι υπάρχει μέσα σε αυτόν;» ρώτησα.
«Δεν ξέρουμε.»
«Πώς γίνεται να με παρακολουθούσαν πριν καν γνωρίσω την οικογένεια;»
Η Μάρα άφησε τη φωτογραφία κάτω.
«Αυτό προσπαθούμε να καταλάβουμε.»
Την κοίταξα.
«Ίσως πρέπει να μου πεις κάτι που δεν μου έχεις πει.»
Η Μάρα σιώπησε.
«Υπήρχε μια παλιά υπόθεση», είπε τελικά.
«Ποια;»
«Μια υπόθεση οικονομικής απάτης που συνδεόταν με την εταιρεία Μπελακούρ.»
«Πόσο παλιά;»
«Δεκατέσσερα χρόνια.»
«Και τι σχέση έχω εγώ;»
Η Μάρα κοίταξε ξανά τη φωτογραφία.
«Ο πατέρας σου.»
Η ανάσα μου κόπηκε.
«Ο πατέρας μου;»
«Ήταν ένας από τους ανθρώπους που είχαν εξετάσει την υπόθεση.»
Ένιωσα σαν να μετακινήθηκε το πάτωμα κάτω από τα πόδια μου.
Ο πατέρας μου είχε πεθάνει πριν από έξι χρόνια.
Δεν μου είχε πει ποτέ τίποτα.
«Γιατί δεν το ήξερα;»
«Επειδή η υπόθεση έκλεισε χωρίς κατηγορίες.»
«Και η Βικτόρια;»
«Το όνομά της εμφανίζεται στα αρχεία.»
Έκλεισα τα μάτια.
Ξαφνικά θυμήθηκα κάτι.
Ένα βράδυ, χρόνια πριν, ο πατέρας μου είχε γυρίσει σπίτι αργά.
Ήταν νευρικός.
Τον είχα ρωτήσει τι συνέβαινε.
Μου είχε απαντήσει:
«Υπάρχουν άνθρωποι που δεν θέλεις να θυμούνται το όνομά σου.»
Τότε πίστευα ότι μιλούσε για τη δουλειά.
Τώρα δεν ήμουν τόσο σίγουρη.
Το δωμάτιο κάτω από την κάβα
Στο κτήμα, οι πράκτορες συνέχιζαν την έρευνα.
Η Μάρα μου έστειλε φωτογραφίες από το υπόγειο.
Η κρυφή αίθουσα ήταν μεγαλύτερη από όσο περίμεναν.
Υπήρχαν μεταλλικά ντουλάπια.
Κλειδωμένα συρτάρια.
Κουτιά με ημερομηνίες.
Και στον τοίχο υπήρχε ένας μεγάλος πίνακας.
Πάνω του υπήρχαν δεκάδες ονόματα.
Κάποια ήταν διαγραμμένα.
Άλλα είχαν κόκκινα σημάδια.
Και ένα όνομα βρισκόταν στο κέντρο.
CLAIRE MORGAN
Το δικό μου.
«Γιατί το όνομά μου είναι στο κέντρο;» ρώτησα.
«Δεν ξέρουμε ακόμα», είπε η Μάρα.
«Δεν θέλω να ακούω συνέχεια "δεν ξέρουμε".»
Για πρώτη φορά, η Μάρα χαμογέλασε ελάχιστα.
«Τότε ας το αλλάξουμε.»
Μου έδωσε ένα tablet.
«Δες αυτό.»
Στην οθόνη εμφανίστηκε ένα βίντεο.
Η εικόνα ήταν από κάμερα ασφαλείας.
Έδειχνε έναν διάδρομο στο κτήμα.
Η ημερομηνία ήταν δύο εβδομάδες πριν.
Η ώρα ήταν 02:17.
Η πόρτα της κρυφής αίθουσας άνοιξε.
Βγήκε ένας άντρας.
Φορούσε μαύρο παλτό.
Κρατούσε έναν φάκελο.
Έμεινε για λίγο ακίνητος.
Ύστερα γύρισε προς την κάμερα.
Η εικόνα πάγωσε.
«Μπορείς να τον αναγνωρίσεις;» ρώτησε η Μάρα.
Κοίταξα προσεκτικά.
Το πρόσωπό του ήταν μισοκρυμμένο.
«Όχι.»
Η Μάρα έκανε μεγέθυνση.
Και τότε είδα κάτι.
Το ρολόι του.
Το είχα ξαναδεί.
«Περίμενε.»
Η Μάρα με κοίταξε.
«Αυτό το ρολόι...»
«Τι;»
«Το είχε ο Έβαν.»
Η Μάρα πάγωσε.
«Είσαι σίγουρη;»
«Μου το είχε δείξει όταν γνωριστήκαμε. Έλεγε ότι ήταν δώρο του πατέρα του.»
Η Μάρα έσκυψε προς την οθόνη.
«Δεν είναι ο Έβαν.»
«Τότε ποιος είναι;»
«Δεν ξέρουμε.»
«Μπορούμε να βρούμε από πού αγοράστηκε;»
«Ήδη το ψάχνουμε.»
Το τηλεφώνημα
Το απόγευμα, το τηλέφωνό μου χτύπησε.
Άγνωστος αριθμός.
Δεν ήθελα να απαντήσω.
Αλλά κάτι μέσα μου με έκανε να σηκώσω το τηλέφωνο.
«Παρακαλώ;»
Καμία απάντηση.
«Ποιος είναι;»
Άκουσα μια ανάσα.
Μετά μια αντρική φωνή.
«Κλερ.»
Πάγωσα.
Δεν ήταν ο Έβαν.
Δεν ήταν η Μάρα.
Δεν ήταν κανένας που αναγνώριζα.
«Ποιος είσαι;»
«Αν θέλεις το παιδί σου να μεγαλώσει χωρίς να μάθει τι έκαναν οι γονείς του, σταμάτα να ψάχνεις.»
Το αίμα μου πάγωσε.
«Ποιοι είστε;»
«Η έρευνα έχει ήδη καταστρέψει αρκετές ζωές.»
«Τι θέλετε από μένα;»
«Να ξεχάσεις.»
«Δεν πρόκειται.»
Ένα μικρό γέλιο ακούστηκε.
«Αυτό ακριβώς είπε και ο πατέρας σου.»
Η γραμμή έκλεισε.
Έμεινα ακίνητη.
Η Μάρα είχε μπει στο δωμάτιο και με κοιτούσε.
«Ποιος ήταν;»
«Δεν ξέρω.»
«Τι είπε;»
Της τα είπα όλα.
Η έκφρασή της έγινε σκοτεινή.
«Αυτό σημαίνει ότι κάποιος παρακολουθεί ακόμα την υπόθεση.»
«Και ξέρει για το μωρό.»
«Ναι.»
«Τότε πρέπει να βρούμε τον Έβαν.»
Η Μάρα έγνεψε.
«Θα τον βρούμε.»
Το αυτοκίνητο
Την ίδια νύχτα, οι πράκτορες εντόπισαν το αυτοκίνητο του Έβαν.
Ήταν εγκαταλελειμμένο σε έναν δρόμο περίπου σαράντα χιλιόμετρα από το κτήμα.
Δεν υπήρχε ίχνος της Βικτόριας.
Ούτε του Έβαν.
Αλλά υπήρχε κάτι μέσα στο αυτοκίνητο.
Ένας φάκελος.
Η Μάρα τον άνοιξε με γάντια.
Μέσα υπήρχαν έγγραφα.
Και μια φωτογραφία.
Μια παλιά φωτογραφία του πατέρα μου.
Στο πίσω μέρος υπήρχε χειρόγραφο σημείωμα.
«Δεν τελείωσε ποτέ.»
Η Μάρα μου έστειλε τη φωτογραφία.
Κοίταξα το πρόσωπο του πατέρα μου.
Και τότε παρατήρησα κάτι που δεν είχα προσέξει ποτέ.
Στο βάθος της φωτογραφίας υπήρχε ένα κτίριο.
Το γνώριζα.
Ήταν το παλιό εργοστάσιο της οικογένειας Μπελακούρ.
«Μάρα.»
«Ναι;»
«Ο πατέρας μου ήταν εκεί.»
«Το βλέπω.»
«Όχι. Δεν καταλαβαίνεις.»
Έδειξα το σημείο.
«Το εργοστάσιο είχε κλείσει πριν από δεκατέσσερα χρόνια.»
«Τότε η φωτογραφία τραβήχτηκε πριν κλείσει.»
«Ακριβώς.»
Κοίταξα ξανά τη φωτογραφία.
Και ξαφνικά είδα μια δεύτερη φιγούρα.
Μια γυναίκα στεκόταν δίπλα στον πατέρα μου.
Δεν μπορούσα να δω καθαρά το πρόσωπό της.
Αλλά ήξερα τα μαλλιά.
Ήξερα τη στάση.
Ήξερα το φόρεμα.
«Μάρα...»
«Τι;»
«Αυτή είναι η Βικτόρια.»
Η αλήθεια για τον Έβαν
Λίγες ώρες αργότερα, η Μάρα έλαβε μια νέα πληροφορία.
Εντόπισαν το κινητό του Έβαν.
Ήταν ενεργό.
Και βρισκόταν σε ένα παλιό αποθηκευτικό κτίριο ιδιοκτησίας της οικογένειας.
Η Μάρα σηκώθηκε αμέσως.
«Πρέπει να πάμε.»
«Θέλω να έρθω.»
«Όχι.»
«Μάρα...»
«Μόλις γέννησες πρόωρα.»
«Είναι ο άντρας μου.»
«Και μπορεί να είναι επικίνδυνος.»
Η λέξη με χτύπησε.
Επικίνδυνος.
Δεν μπορούσα να την αποδεχτώ.
«Δεν θέλω να πιστέψω ότι θα μου έκανε κακό.»
Η Μάρα με κοίταξε.
«Δεν χρειάζεται να το πιστέψεις.»
Σταμάτησε στην πόρτα.
«Αρκεί να είσαι προετοιμασμένη να δεχτείς την αλήθεια αν αποδειχθεί διαφορετική.»
Έφυγε.
Έμεινα μόνη.
Το μωρό κοιμόταν.
Το δωμάτιο ήταν ήσυχο.
Και για πρώτη φορά σκέφτηκα σοβαρά κάτι που δεν ήθελα να σκεφτώ.
Ίσως ο Έβαν να μην με είχε παντρευτεί τυχαία.
Ίσως δεν ήταν σύμπτωση ότι ήξερε την οικογένειά μου.
Ίσως ήξερε ποια ήμουν.
Ίσως γνώριζε την έρευνά μου.
Και ίσως...
η εγκυμοσύνη μου να μην ήταν ποτέ απλώς ένα ευχάριστο γεγονός.
Δύο ώρες αργότερα, η Μάρα με κάλεσε.
Δεν μίλησε αμέσως.
«Τον βρήκαμε.»
Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.
«Τον Έβαν;»
«Ναι.»
«Είναι ζωντανός;»
«Ναι.»
Έκλεισα τα μάτια με ανακούφιση.
Αλλά η Μάρα συνέχισε:
«Η Βικτόρια είναι μαζί του.»
«Είναι καλά;»
«Ναι.»
«Τότε τι συμβαίνει;»
Η φωνή της χαμήλωσε.
«Ο Έβαν δεν αντιστέκεται.»
«Τι εννοείς;»
«Μας περίμενε.»
Έμεινα σιωπηλή.
«Και είπε κάτι πριν τον συλλάβουμε.»
«Τι;»
Η Μάρα πήρε ανάσα.
«Είπε ότι περίμενε αυτή τη στιγμή εδώ και δεκατέσσερα χρόνια.»
Ένιωσα ένα βάρος στο στήθος.
«Δεκατέσσερα χρόνια...»
«Ναι.»
«Μάρα, τι σημαίνει αυτό;»
Η απάντησή της με έκανε να παγώσω.
«Ο Έβαν δεν μπήκε στη ζωή σου για να σε προστατεύσει από την οικογένειά του.»
Παύση.
«Μπήκε στη ζωή σου επειδή η οικογένειά του σε περίμενε.»
Κοίταξα το μωρό μου.
Και τότε, για πρώτη φορά, φοβήθηκα όχι μόνο για το μέλλον του παιδιού μου...
αλλά και για τον λόγο που ο πατέρας του είχε επιλέξει εμένα.

0 comments:
Post a Comment