ΜΕΡΟΣ 6: ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΠΟΥ ΚΡΥΒΟΤΑΝ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΤΗΜΑ
Η σειρήνα του ασθενοφόρου ακούστηκε πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω ότι η πόρτα του μπάνιου είχε ανοίξει.
Για λίγα δευτερόλεπτα, δεν ήξερα αν αυτό που άκουγα ήταν πραγματικό.
Ύστερα είδα δύο διασώστες να μπαίνουν βιαστικά στον χώρο.
«Κυρία Κλερ;»
«Ναι.»
«Μην προσπαθήσετε να σηκωθείτε. Θα σας μεταφέρουμε αμέσως.»
Ένας από αυτούς γονάτισε δίπλα μου και άρχισε να ελέγχει την κατάστασή μου, ενώ ο δεύτερος μιλούσε στο τηλέφωνο με το νοσοκομείο.
«Τριάντα τέσσερις εβδομάδες;»
«Ναι.»
«Οι συσπάσεις πόσο απέχουν;»
Πήρα βαθιά ανάσα.
«Λιγότερο από πέντε λεπτά.»
Ο διασώστης αντάλλαξε ένα βλέμμα με τον συνάδελφό του.
«Εντάξει. Φεύγουμε τώρα.»
Καθώς με σήκωναν στο φορείο, άκουσα φωνές έξω.
Πολλές φωνές.
Και ανάμεσά τους αναγνώρισα μία.
Τη φωνή του Έβαν.
«Τι συμβαίνει εδώ;»
Η πόρτα άνοιξε απότομα.
Ο Έβαν στεκόταν στον διάδρομο.
Το πρόσωπό του είχε χάσει κάθε ίχνος χρώματος.
«Κλερ!»
Προσπάθησε να πλησιάσει.
Ένας από τους διασώστες τον σταμάτησε.
«Χρειάζεται χώρο.»
«Είμαι ο σύζυγός της.»
Τον κοίταξα.
Για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ δεν ένιωσα την ανάγκη να τον καθησυχάσω.
«Τότε θα έπρεπε να είχες καλέσει ασθενοφόρο όταν σου το ζήτησα.»
Τα μάτια του χαμήλωσαν.
Πριν προλάβει να απαντήσει, ακούστηκε μια άλλη φωνή.
«Κλερ.»
Η Μάρα Βος εμφανίστηκε στο τέλος του διαδρόμου.
Δεν φορούσε στολή.
Φορούσε σκούρο κοστούμι και κρατούσε έναν φάκελο.
Αλλά δεν ήταν μόνη.
Πίσω της υπήρχαν αρκετοί πράκτορες.
Και τότε κατάλαβα ότι η έφοδος είχε ήδη ξεκινήσει.
Η Μάρα πλησίασε.
«Το ασθενοφόρο θα σε μεταφέρει στο νοσοκομείο. Οι γιατροί μας έχουν ενημερωθεί.»
«Και το κτήμα;»
Η Μάρα με κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο.
«Αυτό είναι το δικό μας πρόβλημα τώρα.»
Ο Έβαν άκουσε τη φράση.
«Τι εννοείς;»
Η Μάρα γύρισε προς το μέρος του.
«Κύριε Μπελακούρ, θα πρέπει να μείνετε εδώ.»
«Για ποιο λόγο;»
«Θα σας εξηγήσουμε.»
Ο Έβαν κοίταξε εμένα.
«Κλερ, τι έκανες;»
Ένιωσα ένα παράξενο βάρος στο στήθος μου.
«Τίποτα που δεν θα έπρεπε να είχα κάνει.»
Η Μάρα έκανε ένα μικρό νεύμα.
Οι διασώστες άρχισαν να με βγάζουν από το δωμάτιο.
Καθώς περνούσαμε από τον διάδρομο, είδα δεκάδες καλεσμένους να στέκονται ακίνητοι.
Η μουσική είχε σταματήσει.
Τα ποτήρια είχαν μείνει πάνω στα τραπέζια.
Η γαμήλια τούρτα ήταν ακόμα φωτισμένη.
Και η Σελέστ στεκόταν δίπλα στον νέο της σύζυγο, με το λευκό φόρεμά της να σέρνεται στο πάτωμα.
Κανείς δεν χαμογελούσε πια.
Όλοι κοιτούσαν τους πράκτορες.
Και τότε η Βικτόρια εμφανίστηκε.
Η πεθερά μου.
Η γυναίκα που λίγα λεπτά πριν με είχε κλειδώσει ουσιαστικά μόνη μου σε ένα μπάνιο ενώ γεννούσα πρόωρα.
Το πρόσωπό της είχε αλλάξει.
Δεν έμοιαζε πλέον με την αριστοκρατική οικοδέσποινα που υποδεχόταν τριακόσιους καλεσμένους.
Έμοιαζε τρομοκρατημένη.
«Κλερ», είπε.
Δεν απάντησα.
«Περίμενε.»
Συνέχισε να με ακολουθεί.
«Δεν είναι αυτό που νομίζεις.»
Σήκωσα το κεφάλι.
«Δεν έχω πια τη δύναμη να μαντεύω, Βικτόρια.»
Οι διασώστες με έβγαλαν έξω.
Ο κρύος αέρας χτύπησε το πρόσωπό μου.
Πίσω μου, το κτήμα είχε μετατραπεί σε σκηνή εγκλήματος.
Πράκτορες έμπαιναν και έβγαιναν.
Αρχεία μεταφέρονταν σε κουτιά.
Υπολογιστές κατασχέθηκαν.
Και κάποιος είχε ήδη σταματήσει τα αυτοκίνητα στην κεντρική πύλη.
Καθώς το ασθενοφόρο απομακρυνόταν, κοίταξα για τελευταία φορά προς το κτήμα.
Δεν ήξερα ακόμα ότι εκείνη τη νύχτα δεν είχε αποκαλυφθεί ούτε το μισό της αλήθειας.
Στο νοσοκομείο, οι γιατροί προσπάθησαν αρχικά να σταματήσουν τον πρόωρο τοκετό.
Μου έδωσαν φάρμακα.
Παρακολούθησαν τον καρδιακό παλμό του μωρού.
Και κάθε φορά που άκουγα εκείνο το γρήγορο, σταθερό χτύπημα στην οθόνη, έκλεινα τα μάτια μου.
«Έλα, μικρέ μου», ψιθύρισα.
«Μείνε λίγο ακόμα.»
Δεν ήξερα αν μιλούσα στο μωρό ή στον εαυτό μου.
Ο Έβαν δεν εμφανίστηκε.
Ούτε η Βικτόρια.
Ούτε η Σελέστ.
Για πρώτη φορά από τότε που είχα γνωρίσει την οικογένειά του, ήμουν μόνη.
Και παράξενα...
Ένιωθα πιο ασφαλής από ποτέ.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, η Μάρα μπήκε στο δωμάτιό μου.
Έμεινε για λίγο στην πόρτα.
«Πώς είναι;»
«Σταθερό.»
«Και εσύ;»
«Θα επιβιώσω.»
Κάθισε στην καρέκλα.
«Θέλω να σου πω κάτι.»
«Τι βρήκατε;»
Δεν απάντησε αμέσως.
Άνοιξε τον φάκελο που κρατούσε.
«Πολύ περισσότερα απ' όσα περιμέναμε.»
Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα.
«Τα οικονομικά στοιχεία;»
«Ναι.»
«Ο Έβαν;»
«Ο Έβαν είναι πιο βαθιά μπλεγμένος απ' όσο μας είπε.»
Έκλεισα τα μάτια.
Παρόλο που είχα ήδη δει την υπογραφή του, ένα κομμάτι μου ήλπιζε ακόμα ότι υπήρχε κάποια εξήγηση.
«Πόσο βαθιά;»
Η Μάρα γύρισε μία σελίδα.
«Οι εταιρείες που ελέγχαμε δεν ήταν απλώς εταιρείες-βιτρίνες. Χρησιμοποιούνταν για να μεταφέρονται χρήματα μέσα από το σύστημα της οικογένειας.»
«Για ποιον σκοπό;»
«Αυτό προσπαθούμε να βρούμε.»
Σταμάτησε.
«Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα.»
Την κοίταξα.
«Τι;»
Η Μάρα έσκυψε προς το μέρος μου.
«Βρήκαμε ένα αρχείο με το όνομά σου.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
«Το δικό μου;»
«Ναι.»
«Γιατί;»
«Δεν ξέρουμε ακόμα.»
Η Μάρα έβγαλε μια φωτοτυπία.
Στην κορυφή υπήρχε το όνομά μου.
Κάτω από αυτό υπήρχε ένας αριθμός υπόθεσης.
Και μια ημερομηνία.
Πριν από εννέα μήνες.
Την εβδομάδα που είχα μάθει ότι ήμουν έγκυος.
«Αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο», ψιθύρισα.
«Δεν νομίζω ότι είναι.»
Προσπάθησα να σηκωθώ.
«Τι γράφει;»
«Δεν μπορώ ακόμα να σου δώσω όλες τις πληροφορίες.»
«Μάρα.»
«Κλερ, άκουσέ με.»
Η φωνή της έγινε αυστηρή.
«Αυτό που βρήκαμε μπορεί να σημαίνει ότι κάποιος γνώριζε για την έρευνά σου πολύ πριν καταλάβεις εσύ ότι ήσουν στόχος.»
Πάγωσα.
«Στόχος;»
Η Μάρα δεν απάντησε.
Και τότε χτύπησε το τηλέφωνό της.
Το σήκωσε.
«Voss.»
Ακολούθησε σιωπή.
Το πρόσωπό της άλλαξε.
«Είσαι σίγουρος;»
Άλλη μία παύση.
«Μην αγγίξετε τίποτα.»
Έκλεισε.
«Τι έγινε;»
Σηκώθηκε.
«Βρήκαν έναν κρυφό χώρο στο κτήμα.»
«Πού;»
Η Μάρα με κοίταξε.
«Κάτω από την παλιά κάβα.»
Το αίμα μου πάγωσε.
«Τι είχε μέσα;»
Η Μάρα κράτησε το βλέμμα της πάνω μου.
«Φακέλους.»
«Με τι;»
«Ονόματα.»
«Ποια ονόματα;»
Δεν απάντησε αμέσως.
Ύστερα είπε:
«Δικά μας. Υπαλλήλων. Πελατών. Πολιτικών. Και...»
Σταμάτησε.
«Και το δικό σου.»
Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ.
Στις τρεις το πρωί, οι συσπάσεις έγιναν πιο δυνατές.
Οι γιατροί προσπάθησαν ξανά να με καθησυχάσουν.
«Το μωρό είναι δυνατό», είπε η γιατρός.
«Αλλά δεν μπορούμε να περιμένουμε άλλο.»
Έσφιξα το χέρι της νοσοκόμας.
«Θα γεννηθεί;»
«Ναι.»
Η λέξη αυτή με συγκλόνισε.
Δεν ήμουν έτοιμη.
Το δωμάτιο γέμισε ανθρώπους.
Γιατροί.
Νοσηλευτές.
Μηχανήματα.
Φώτα.
Και μέσα σε όλο αυτό, το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν το πρόσωπο του Έβαν.
Τον άνθρωπο που είχα παντρευτεί.
Τον άντρα που είχα αγαπήσει.
Τον πατέρα του παιδιού μου.
Και τώρα δεν ήξερα αν μπορούσα να τον εμπιστευτώ.
Λίγο πριν με πάρουν για τον τοκετό, η Μάρα επέστρεψε.
Δεν είπε τίποτα.
Απλώς στάθηκε στην πόρτα.
«Θέλω να ξέρεις κάτι», είπε.
«Τι;»
«Ό,τι κι αν συμβεί με την έρευνα, το παιδί σου θα είναι ασφαλές.»
Έγνεψα.
Και τότε άκουσα τον γιατρό να λέει:
«Κλερ, είμαστε έτοιμοι.»
Έκλεισα τα μάτια.
Ώρες αργότερα, άκουσα ένα κλάμα.
Το πιο δυνατό και όμορφο κλάμα που είχα ακούσει ποτέ.
Ένα μικρό, θυμωμένο, αποφασισμένο κλάμα.
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
«Είναι αγόρι», είπε η γιατρός.
Έκλαψα.
«Ο γιος μου...»
Τον τύλιξαν προσεκτικά και τον έφεραν κοντά μου.
Ήταν μικροσκοπικός.
Αλλά ζωντανός.
Δυνατός.
Δικός μου.
Τον φίλησα στο μέτωπο.
«Σου υπόσχομαι κάτι», ψιθύρισα.
«Δεν θα αφήσω κανέναν να σου κρύψει την αλήθεια.»
Δεν ήξερα τότε πόσο γρήγορα θα δοκιμαζόταν αυτή η υπόσχεση.
Γιατί λίγες ώρες αργότερα, ενώ κρατούσα τον γιο μου στην αγκαλιά μου, η Μάρα μπήκε στο δωμάτιο.
Το πρόσωπό της ήταν σοβαρό.
«Κλερ...»
«Τι έγινε;»
Κοίταξε το μωρό.
Ύστερα εμένα.
«Βρήκαμε ποιος δημιούργησε τον φάκελό σου.»
Η καρδιά μου σταμάτησε σχεδόν.
«Ποιος;»
Η Μάρα πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Ο φάκελος δημιουργήθηκε από κάποιον μέσα στην οικογένεια Μπελακούρ.»
«Ποιον;»
Δεν απάντησε αμέσως.
Ύστερα είπε το όνομα.
«Βικτόρια.»
Ένιωσα το αίμα να φεύγει από το πρόσωπό μου.
Η γυναίκα που με είχε κλείσει στο μπάνιο.
Η γυναίκα που με είχε αποκαλέσει αδύναμη.
Η γυναίκα που χαμογελούσε στις φωτογραφίες ενώ εγώ προσπαθούσα να φέρω στον κόσμο το παιδί της οικογένειάς της.
Η πεθερά μου.
«Γιατί;» ψιθύρισα.
Η Μάρα δεν πρόλαβε να απαντήσει.
Το κινητό της χτύπησε ξανά.
Το σήκωσε.
Άκουσε για λίγα δευτερόλεπτα.
Και μετά με κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν είχα ξαναδεί.
«Κλερ...»
«Τι;»
«Η Βικτόρια εξαφανίστηκε.»
Έσφιξα το μωρό στην αγκαλιά μου.
«Πού πήγε;»
Η Μάρα χαμήλωσε τη φωνή της.
«Και δεν έφυγε μόνη της.»
«Με ποιον;»
Η Μάρα κοίταξε την πόρτα.
«Με τον Έβαν.»
Και τότε κατάλαβα ότι η έφοδος στο κτήμα δεν είχε τελειώσει την ιστορία.
Μόλις την είχε αρχίσει.

0 comments:
Post a Comment