ΜΕΡΟΣ 9 — ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΕΡΠΑΤΗΜΑ
Λίγο καιρό αργότερα, ο Ανδρέας και η Ελένη ζήτησαν κάτι απλό.
Να πάνε στο πάρκο όπου είχαν τραβήξει τη φωτογραφία τους όταν ήταν νέοι.
Τα παιδιά τους ανησύχησαν.
«Είστε σίγουροι;»
Ο Ανδρέας απάντησε:
«Θέλω να περπατήσω μαζί της.»
Πήγαν.
Αργά.
Με δύο μπαστούνια.
Όταν έφτασαν στο παλιό παγκάκι, κάθισαν.
Το δέντρο ήταν ακόμα εκεί.
Ο Ανδρέας κοίταξε γύρω του.
«Εδώ σε γνώρισα.»
«Όχι.»
Εκείνος την κοίταξε.
«Πώς όχι;»
«Εσύ με είδες εδώ. Εγώ σε είχα δει πριν.»
«Πότε;»
Η Ελένη χαμογέλασε.
«Μια εβδομάδα πριν από το μήλο.»
Ο Ανδρέας άρχισε να γελά.
«Και γιατί δεν μου το είπες ποτέ;»
«Ήθελα να πιστεύεις ότι εσύ με βρήκες.»
«Άρα με ξεγέλασες.»
«Για ογδόντα χρόνια.»
Και οι δύο γέλασαν.
Μετά η Ελένη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του.
«Αν είχα να ξαναζήσω τη ζωή μου…»
Ο Ανδρέας την κοίταξε.
«Θα με διάλεγες;»
Εκείνη δεν απάντησε αμέσως.
Του έπιασε το χέρι.
«Θα σε περίμενα πάλι.»
Ο Ανδρέας έκλεισε τα μάτια.
Και εκείνη τη στιγμή κατάλαβε ότι η ζωή τους δεν ήταν ογδόντα χρόνια.
Ήταν μία στιγμή που είχε επαναληφθεί ογδόντα χρόνια.
Κάθε φορά που εκείνος της έδινε το χέρι.
Κάθε φορά που εκείνη το κρατούσε.

0 comments:
Post a Comment