ΜΕΡΟΣ 2 — «Τρία μωρά έγιναν τρία κορίτσια, και ο Νώε άρχισε να ξεχνά τη δική του ζωή για να μη χρειαστεί ποτέ να ξεχάσουν εκείνες τι σημαίνει οικογένεια»
Τα πρώτα χρόνια δεν ήταν όμορφα.
Ήταν δύσκολα.
Απίστευτα δύσκολα.
Ο Νώε εργαζόταν όλη μέρα στο κατάστημα και τα βράδια επέστρεφε σπίτι για να ταΐσει τρία παιδιά.
Κάποιες νύχτες ξυπνούσε τέσσερις ή πέντε φορές.
Άλλες φορές και οι τρεις έκλαιγαν ταυτόχρονα.
Και εκείνος στεκόταν στη μέση του μικρού διαμερίσματος χωρίς να ξέρει ποια να πάρει πρώτα αγκαλιά.
«Εντάξει... εντάξει... ο μπαμπάς είναι εδώ.»
Την πρώτη φορά που είπε τη λέξη «μπαμπάς», πάγωσε.
Δεν ήξερε αν είχε δικαίωμα να τη χρησιμοποιήσει.
Όμως τα χρόνια αποφάσισαν για εκείνον.
Οι τρεις μικρές άρχισαν να τον φωνάζουν «μπαμπά Νώε».
Στο σχολείο, όταν τους ζητούσαν να ζωγραφίσουν την οικογένειά τους, ζωγράφιζαν τέσσερις ανθρώπους.
Ο Νώε πάντα στη μέση.
Στην αρχή φοβόταν ότι κάποια μέρα θα τον ρωτούσαν για τον πραγματικό τους πατέρα.
Και η ερώτηση ήρθε.
Όταν ήταν οκτώ ετών.
Η Άβα τον πλησίασε ένα βράδυ.
«Μπαμπά;»
«Ναι;»
«Γιατί δεν έχουμε φωτογραφίες με τον μπαμπά μας;»
Ο Νώε έμεινε σιωπηλός.
«Είναι... δύσκολη ιστορία.»
«Μας αγαπούσε;»
Αυτή η ερώτηση τον διέλυσε.
Γιατί δεν ήθελε να μισήσουν τον πατέρα τους.
Δεν ήθελε όμως και να τους πει ψέματα.
«Νομίζω ότι σας αγαπούσε.»
Η Κλερ εμφανίστηκε πίσω από την πόρτα.
«Τότε γιατί έφυγε;»
Ο Νώε πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Μερικές φορές οι άνθρωποι αγαπούν κάποιον και πάλι δεν έχουν τη δύναμη να κάνουν αυτό που πρέπει.»
Η Τζουν τον κοίταξε.
«Εσύ θα φύγεις;»
Ο Νώε γονάτισε μπροστά τους.
«Ποτέ.»
Και αυτή ήταν η μόνη υπόσχεση που δεν παραβίασε ποτέ.
Πέρασαν τα χρόνια.
Έκανε τρεις δουλειές όταν χρειάστηκε.
Έφτιαχνε τα παπούτσια τους αντί να αγοράζει καινούργια.
Έραβε τα σκισμένα μπουφάν τους.
Έμαθε να κάνει πλεξούδες βλέποντας βίντεο σε μια παλιά τηλεόραση.
Έμαθε να ψήνει τούρτες.
Έμαθε να μαγειρεύει.
Έμαθε να λέει «όλα θα πάνε καλά» ακόμα κι όταν ο ίδιος δεν πίστευε ότι θα πάνε.
Και κάθε χρόνο, στα γενέθλιά τους, τους έγραφε ένα γράμμα.
Δεν τους τα έδινε.
Τα έκλεινε σε φακέλους.
Στο εξώφυλλο έγραφε:
«Για την Άβα, όταν γίνει είκοσι δύο.»
«Για την Κλερ, όταν γίνει είκοσι δύο.»
«Για την Τζουν, όταν γίνει είκοσι δύο.»
Εκεί μέσα έγραφε όσα δεν μπορούσε να πει.
«Σήμερα φοβήθηκα ότι δεν είμαι αρκετός.»
«Σήμερα σε είδα να γελάς και κατάλαβα γιατί αξίζει κάθε θυσία.»
«Σήμερα ήθελα να αγοράσω καινούργια παπούτσια για μένα, αλλά προτίμησα τα δικά σου.»
«Σήμερα κατάλαβα ότι δεν χρειάζεται να είσαι τέλειος για να είσαι πατέρας. Πρέπει απλώς να είσαι εκεί.»
Δεν περίμενε ποτέ ότι θα τα διάβαζαν.
Μέχρι που ήρθε η εφηβεία.
Και τότε τα πράγματα έγιναν δυσκολότερα.
Οι τρεις κοπέλες άρχισαν να αμφισβητούν τα πάντα.
«Δεν είσαι ο πραγματικός μας πατέρας!»
Η φράση αυτή ειπώθηκε μία φορά.
Ο Νώε δεν απάντησε.
Πήγε στο δωμάτιό του.
Έκλεισε την πόρτα.
Και έκλαψε.
Όχι επειδή θύμωσε.
Αλλά επειδή φοβόταν ότι ίσως μια μέρα οι κόρες του καταλάβαιναν ότι είχε θυσιάσει όλη του τη ζωή για ανθρώπους που τελικά θα τον έβλεπαν μόνο ως τον θείο που τις μεγάλωσε.
Δεν παντρεύτηκε.
Δεν έκανε δικά του παιδιά.
Όταν μια γυναίκα που αγαπούσε του είπε:
«Νώε, δεν μπορώ να περιμένω για πάντα.»
Εκείνος της απάντησε:
«Το ξέρω.»
«Τότε γιατί δεν αλλάζεις κάτι;»
Ο Νώε κοίταξε τις τρεις φωτογραφίες των κοριτσιών πάνω στο ψυγείο.
«Γιατί δεν μπορώ.»
Και εκείνη έφυγε.
Ο Νώε έμεινε.
Όπως πάντα.
Όμως η Τζουν είχε αρχίσει να παρατηρεί κάτι.
Κάτι που οι άλλες δύο δεν είχαν προσέξει.
Ο πατέρας τους έκρυβε γράμματα.
Πολλά γράμματα.
Και μία μέρα, όταν ο Νώε έλειπε στη δουλειά, η Τζουν βρήκε το παλιό κουτί.
Το άνοιξε.
Είδε το όνομά της.
Και κατάλαβε ότι εκεί μέσα υπήρχε ολόκληρη η ζωή ενός ανθρώπου που δεν είχε ζητήσει ποτέ τίποτα από εκείνες.
Μόνο να μείνουν.
Και τότε οι τρεις αδελφές πήραν μια απόφαση.
Δεν θα του έλεγαν τίποτα.
Ακόμη.
Θα περίμεναν.
Μέχρι την ημέρα της αποφοίτησης.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment