ΜΕΡΟΣ 4 — «Η γυναίκα που κορόιδεψε το φόρεμα έβγαλε μια παλιά φωτογραφία — και η εικόνα αποκάλυψε κάτι που δεν γνώριζα για την Τζένα»
Κοίταξα τη φωτογραφία.
Ήταν παλιά.
Πολύ παλιά.
Στην εικόνα υπήρχαν δύο νεαρές γυναίκες.
Η μία ήταν η Τζένα.
Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία.
Ήξερα το πρόσωπό της ακόμα κι αν περνούσαν εκατό χρόνια.
Αλλά η δεύτερη γυναίκα…
ήταν αυτή που στεκόταν μπροστά μου.
«Πού τη βρήκατε;» ρώτησα.
Η γυναίκα χαμήλωσε το βλέμμα.
«Η Τζένα ήταν φίλη μου.»
Έμεινα ακίνητος.
«Τι;»
«Γνωριζόμασταν πριν από πολλά χρόνια. Πολύ πριν γνωρίσει εσένα.»
Η Μελίσα κοιτούσε και τους δύο μας.
«Ξέρατε τη μαμά μου;»
Η γυναίκα γονάτισε.
«Ναι, μικρή μου.»
«Πώς;»
Η γυναίκα πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Ήμασταν φίλες.»
Δεν ήξερα τι να πω.
Για δύο χρόνια πίστευα ότι γνώριζα όλα όσα υπήρχαν γύρω από τη ζωή της Τζένα.
Και τώρα, μέσα σε μια σχολική αίθουσα, ανακάλυπτα ότι υπήρχαν άνθρωποι που κουβαλούσαν αναμνήσεις από εκείνη που δεν είχα ακούσει ποτέ.
Η γυναίκα κοίταξε το φόρεμα.
«Δεν γέλασα επειδή ήταν άσχημο.»
Συνοφρυώθηκα.
«Τότε γιατί;»
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
«Γιατί στην αρχή δεν κατάλαβα τι ήταν.»
Έβγαλε άλλη μία φωτογραφία.
Η Τζένα φορούσε ένα από τα κασκόλ που υπήρχαν τώρα στο φόρεμα της Μελίσας.
«Αυτό το κασκόλ…»
Άγγιξα το ύφασμα.
«Το θυμάμαι.»
«Η Τζένα το αγαπούσε.»
Η φωνή της έσπασε.
«Μου το είχε χαρίσει κάποτε.»
«Και πώς κατέληξε στα πράγματά της;»
«Μου το επέστρεψε όταν παντρεύτηκε.»
Έμεινα σιωπηλός.
Η γυναίκα κοίταξε τη Μελίσα.
«Η μητέρα σου ήταν ένας από τους πιο γενναιόδωρους ανθρώπους που γνώρισα.»
Η Μελίσα χαμογέλασε.
«Ο μπαμπάς λέει ότι τραγουδούσε όταν μαγείρευε.»
Η γυναίκα γέλασε μέσα από τα δάκρυά της.
«Αυτό το έκανε πάντα.»
Και τότε κάτι άλλαξε μέσα μου.
Για πρώτη φορά μετά τον θάνατο της Τζένα, άκουσα κάποιον που δεν μιλούσε για εκείνη ως ανάμνηση.
Μιλούσε σαν να την είχε γνωρίσει πραγματικά.
Η γυναίκα σηκώθηκε.
«Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη.»
Κούνησα το κεφάλι.
«Δεν χρειάζεται.»
«Χρειάζεται.»
Κοίταξε τη Μελίσα.
«Δεν έπρεπε να γελάσω.»
Η Μελίσα την κοίταξε για λίγο.
Και μετά είπε κάτι που δεν περίμενα.
«Δεν πειράζει.»
Η γυναίκα άρχισε να κλαίει.
Η Μελίσα συνέχισε:
«Αλλά είναι το φόρεμα της μαμάς μου.»
Η γυναίκα έσκυψε και την αγκάλιασε.
Και εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως η κόρη μου είχε κάνει κάτι που εγώ δυσκολευόμουν να κάνω.
Είχε αφήσει την αγάπη να είναι μεγαλύτερη από την προσβολή.
Η τελετή ξεκίνησε.
Τα παιδιά ανέβαιναν στη σκηνή ένα ένα.
Όταν ήρθε η σειρά της Μελίσας, πήρε το χέρι μου.
«Μπαμπά;»
«Ναι;»
«Νομίζεις ότι η μαμά με βλέπει;»
Κοίταξα προς την οροφή.
«Νομίζω ότι θα ήθελε πολύ να είναι εδώ.»
Η Μελίσα χαμογέλασε.
«Κι εγώ.»
Μετά ανέβηκε στη σκηνή.
Και όταν παρέλαβε το μικρό της δίπλωμα, όλη η αίθουσα χειροκρότησε.
Όμως κανείς δεν γνώριζε ότι η ιστορία δεν τελείωνε εκεί.
Γιατί όταν γυρίσαμε σπίτι εκείνο το απόγευμα, η γυναίκα είχε δώσει στη Μελίσα έναν μικρό φάκελο.
«Να τον ανοίξεις όταν γυρίσεις σπίτι», της είπε.
Η Μελίσα τον κρατούσε σφιχτά.
Και όταν τον άνοιξε…
βρήκε μέσα ένα γράμμα.
Με το όνομα της γραμμένο απ' έξω.
«Για τη Μελίσα, όταν γίνει αρκετά μεγάλη για να καταλάβει.»
Το γράμμα είχε γραφτεί από την Τζένα.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 5…

0 comments:
Post a Comment