ΜΕΡΟΣ 2 — ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ ΑΡΓΟΤΕΡΑ, ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΤΟΥ ΤΟΝ ΚΑΛΕΣΕ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ… ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΗΣΕ ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΠΟΤΕ!
Ο Ντάνιελ πίστευε ότι εκείνη η δύσκολη νύχτα είχε τελειώσει όταν άφησε την Έμιλι και τα δύο νεογέννητα μωρά της στο σπίτι της αδελφής της.
Έκανε λάθος.
Δύο ημέρες αργότερα, λίγο πριν από το τέλος της βάρδιάς του, το τηλέφωνό του χτύπησε.
Στην οθόνη εμφανίστηκε το όνομα του Ρίτσαρντ, του επικεφαλής του τμήματός του.
«Ντάνιελ, θέλω να περάσεις από το γραφείο μου. Τώρα.»
Ο τόνος του ήταν ψυχρός και απότομος.
Ο Ντάνιελ συνοφρυώθηκε.
«Συνέβη κάτι;»
«Θα το συζητήσουμε όταν έρθεις.»
Η γραμμή έκλεισε.
Ο Ντάνιελ έμεινε για λίγο κοιτάζοντας το τηλέφωνό του. Είχε κάνει κάτι λάθος στη δουλειά; Είχε παραλείψει κάποια διαδικασία; Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα που να δικαιολογεί αυτή την ξαφνική κλήση.
Όταν μπήκε στο γραφείο του Ρίτσαρντ, κατάλαβε αμέσως ότι κάτι σοβαρό συνέβαινε.
Ο προϊστάμενός του καθόταν πίσω από το γραφείο του, με έναν φάκελο ανοιχτό μπροστά του.
«Κάθισε», του είπε.
Ο Ντάνιελ κάθισε απέναντί του.
«Έχουμε λάβει μια επίσημη καταγγελία εναντίον σου.»
«Τι; Από ποιον;»
Ο Ρίτσαρντ έσπρωξε τον φάκελο προς το μέρος του.
«Ένας άντρας ισχυρίζεται ότι παρενέβης στον γάμο του, ότι ανακατεύτηκες σε προσωπικά του ζητήματα και ότι άσκησες πίεση στη σύζυγό του.»
Ο Ντάνιελ τον κοίταξε σαν να μην είχε καταλάβει σωστά.
«Δεν καταλαβαίνω. Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος;»
«Ο Νέιθαν. Η σύζυγός του λέγεται Έμιλι.»
Το όνομα τον έκανε να παγώσει.
Η Έμιλι.
Η γυναίκα που είχε βρει μόνη έξω από το νοσοκομείο. Η μητέρα των δύο νεογέννητων που ο ίδιος είχε μεταφέρει στο σπίτι της αδελφής της.
«Αυτό είναι παράλογο», είπε τελικά. «Δεν παρενέβην στον γάμο κανενός. Βοήθησα μια γυναίκα που είχε εγκαταλειφθεί με δύο μωρά χωρίς τηλέφωνο και χωρίς τρόπο να επιστρέψει σπίτι της.»
Ο Ρίτσαρντ σταύρωσε τα χέρια του.
«Ο Νέιθαν ισχυρίζεται ότι προσπάθησες να στρέψεις τη σύζυγό του εναντίον του και ότι την ενθάρρυνες να φύγει από το σπίτι τους.»
«Δεν της είπα να φύγει από πουθενά! Τη βρήκα έξω από το νοσοκομείο. Μου είπε ότι ο σύζυγός της την είχε αφήσει εκεί και είχε πάρει μαζί του την τσάντα και το τηλέφωνό της.»
Ο Ρίτσαρντ τον παρατηρούσε προσεκτικά.
«Έχεις αποδείξεις για όσα λες;»
Ο Ντάνιελ πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Η αδελφή της την παρέλαβε. Μπορεί να επιβεβαιώσει ότι την πήγα εκεί. Αγόρασα μόνο πάνες, μωρομάντιλα και γάλα για τα παιδιά. Δεν έκανα τίποτα περισσότερο.»
«Η καταγγελία πρέπει να εξεταστεί», απάντησε ο Ρίτσαρντ. «Μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση, θέλω να είσαι προσεκτικός. Δεν χρειάζομαι προσωπικές διαμάχες να επηρεάζουν το νοσοκομείο.»
Ο Ντάνιελ έσφιξε τα χέρια του.
«Δηλαδή, επειδή βοήθησα μια μητέρα με δύο νεογέννητα, τώρα πρέπει να απολογηθώ;»
Ο Ρίτσαρντ δεν απάντησε αμέσως.
«Σου λέω μόνο ότι πρέπει να ακολουθήσουμε τη διαδικασία.»
Ο Ντάνιελ βγήκε από το γραφείο με το κεφάλι γεμάτο ερωτήματα. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς κάποιος θα μπορούσε να διαστρεβλώσει τόσο πολύ μια πράξη καλοσύνης.
Όμως, καθώς περπατούσε στον διάδρομο, μια σκέψη άρχισε να τον βασανίζει.
Το όνομα του συζύγου της Έμιλι ήταν Νέιθαν.
Δεν ήταν ένα σπάνιο όνομα. Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε.
Κι όμως, υπήρχε κάτι στο όλο περιστατικό που του προκαλούσε μια παράξενη ανησυχία.
Εκείνο το βράδυ, όταν επέστρεψε στο σπίτι του, βρήκε ένα μήνυμα από τη μητέρα του, την Μπάρμπαρα.
«Ντάνιελ, πρέπει να μιλήσουμε. Είναι σημαντικό. Σε παρακαλώ, τηλεφώνησέ μου.»
Είχαν περάσει χρόνια από τότε που η μητέρα του τού έστελνε ένα μήνυμα με τέτοιο τόνο.
Ο Ντάνιελ την κάλεσε αμέσως.
«Μαμά; Τι συνέβη;»
Η Μπάρμπαρα ακούστηκε ταραγμένη.
«Έμαθα ότι είχες ένα πρόβλημα στη δουλειά εξαιτίας του Νέιθαν.»
Ο Ντάνιελ σηκώθηκε όρθιος.
«Περίμενε. Πώς ξέρεις για την καταγγελία;»
Ακολούθησε μια σύντομη σιωπή.
«Επειδή ο Νέιθαν είναι ο γιος μου», είπε εκείνη. «Και είναι ο αδελφός σου.»
Ο Ντάνιελ ένιωσε το αίμα να φεύγει από το πρόσωπό του.
Ο Νέιθαν.
Ο μεγαλύτερος αδελφός του.
Ο άνθρωπος με τον οποίο δεν είχε μιλήσει εδώ και δέκα ολόκληρα χρόνια.
Η διαμάχη τους για το σπίτι του νεκρού πατέρα τους είχε διαλύσει την οικογένεια. Σκληρά λόγια, κατηγορίες και παλιές πικρίες είχαν δημιουργήσει ένα χάσμα που κανείς τους δεν είχε προσπαθήσει πραγματικά να γεφυρώσει.
Και τώρα, μετά από δέκα χρόνια σιωπής, ο Νέιθαν είχε επιστρέψει στη ζωή του με τον χειρότερο δυνατό τρόπο.
Όχι ζητώντας συγχώρεση.
Όχι προσπαθώντας να συμφιλιωθούν.
Αλλά καταθέτοντας καταγγελία εναντίον του.
«Μαμά», ψιθύρισε ο Ντάνιελ, «θέλω να μου πεις ακριβώς τι σου είπε ο Νέιθαν για τη γυναίκα του.»
Η Μπάρμπαρα δίστασε.
«Μου είπε ότι η Έμιλι περνούσε δύσκολες στιγμές μετά τη γέννα. Ότι εκείνος έκανε ό,τι μπορούσε για να τη φροντίσει. Μου είπε πως είχε τα πάντα υπό έλεγχο.»
Ο Ντάνιελ έκλεισε τα μάτια του.
«Τότε γιατί την άφησε μόνη έξω από το νοσοκομείο;»
Η μητέρα του δεν απάντησε.
Και αυτή η σιωπή ήταν πιο ανησυχητική από οποιαδήποτε δικαιολογία.
Ο Ντάνιελ κατάλαβε ότι υπήρχαν πράγματα που δεν γνώριζε. Πράγματα που ίσως η μητέρα του είχε ακούσει, αλλά δεν είχε αμφισβητήσει ποτέ.
Πριν κλείσουν το τηλέφωνο, η Μπάρμπαρα είπε κάτι που τον έκανε να ανατριχιάσει.
«Ντάνιελ… υπάρχει κάτι ακόμη που πρέπει να ξέρεις. Ο Νέιθαν μού ζητούσε χρήματα για την Έμιλι και τα παιδιά.»
Ο Ντάνιελ έμεινε ακίνητος.
«Και του έστελνες;»
«Ναι», απάντησε εκείνη χαμηλόφωνα. «Πίστευα ότι τα χρειάζονταν.»
Ο Ντάνιελ κοίταξε το σκοτεινό παράθυρο.
Αν η μητέρα του έστελνε χρήματα για να στηρίξει την Έμιλι και τα νεογέννητα, τότε γιατί εκείνη βρέθηκε εγκαταλελειμμένη έξω από το νοσοκομείο;
Και πού είχαν καταλήξει όλα αυτά τα χρήματα;
Για πρώτη φορά, ο Ντάνιελ φοβήθηκε ότι η καταγγελία δεν ήταν παρά η αρχή μιας πολύ μεγαλύτερης ιστορίας.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment