ΜΕΡΟΣ 3 — Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ ΕΙΧΕ ΠΕΙ ΨΕΜΑΤΑ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ… ΑΛΛΑ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΣΤΕΛΝΕ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΑΝ ΚΑΤΙ ΠΟΛΥ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ!
Ο Ντάνιελ δεν κατάφερε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ.
Οι λέξεις της μητέρας του στριφογύριζαν συνεχώς στο μυαλό του.
Ο Νέιθαν ζητούσε χρήματα για την Έμιλι και τα μωρά.
Η Έμιλι είχε εγκαταλειφθεί έξω από το νοσοκομείο.
Και τώρα ο ίδιος ο Νέιθαν προσπαθούσε να τον τιμωρήσει επειδή τη βοήθησε.
Τίποτα δεν έβγαζε νόημα.
Το επόμενο πρωί, ο Ντάνιελ τηλεφώνησε στη μητέρα του.
«Μαμά, θέλω να σε ρωτήσω κάτι και θέλω να μου απαντήσεις ειλικρινά. Πόσο καιρό σού ζητάει χρήματα ο Νέιθαν;»
Η Μπάρμπαρα αναστέναξε.
«Εδώ και αρκετούς μήνες. Μου έλεγε ότι η Έμιλι χρειαζόταν βοήθεια, ότι τα έξοδα των μωρών ήταν περισσότερα απ’ όσα περίμεναν και ότι δυσκολεύονταν να τα βγάλουν πέρα.»
«Και δεν σκέφτηκες ποτέ να μιλήσεις απευθείας μαζί της;»
«Ο Νέιθαν μού έλεγε ότι ήταν κουρασμένη και δεν ήθελε να μιλάει με κανέναν. Πίστευα ότι προσπαθούσε να την προστατεύσει.»
Ο Ντάνιελ πέρασε το χέρι του από το πρόσωπό του.
«Μαμά, όταν τη βρήκα, δεν είχε ούτε το τηλέφωνό της. Κρατούσε δύο νεογέννητα και δεν ήξερε πού να πάει. Αυτό δεν είναι προστασία.»
Η φωνή της μητέρας του έτρεμε.
«Το ξέρω… τώρα αρχίζω να το καταλαβαίνω.»
«Όχι. Πρέπει να μάθουμε τι πραγματικά συμβαίνει.»
Για πρώτη φορά έπειτα από δέκα χρόνια, ο Ντάνιελ ένιωσε ότι η παλιά οικογενειακή διαμάχη τους δεν ήταν πια το σημαντικότερο ζήτημα. Δεν τον ενδιέφερε ποιος είχε δίκιο για το σπίτι του πατέρα τους. Τον ενδιέφερε να μάθει γιατί ο αδελφός του είχε φερθεί έτσι σε μια γυναίκα που μόλις είχε γεννήσει.
Και γιατί είχε χρησιμοποιήσει το όνομά του για να κρύψει όσα έκανε.
Αργότερα εκείνη την ημέρα, ο Ντάνιελ αποφάσισε να επικοινωνήσει με την Έμιλι.
Δεν ήθελε να την πιέσει ούτε να την αναγκάσει να ξαναζήσει μια επώδυνη εμπειρία. Ήθελε απλώς να βεβαιωθεί ότι εκείνη και τα παιδιά ήταν ασφαλείς.
Όταν εκείνη απάντησε, η φωνή της ακουγόταν κουρασμένη, αλλά πιο σταθερή από την πρώτη φορά που είχαν μιλήσει.
«Ντάνιελ;»
«Ναι, εγώ είμαι. Συγγνώμη που σε ενοχλώ. Ήθελα μόνο να δω αν είσαι καλά.»
«Είμαστε στης Σόφι. Τα μωρά είναι καλά. Προσπαθώ να κοιμηθώ όποτε μπορώ.»
Ο Ντάνιελ ένιωσε ανακούφιση.
«Χαίρομαι. Άκουσα ότι ο Νέιθαν έκανε μια καταγγελία εναντίον μου στο νοσοκομείο.»
Ακολούθησε σιωπή.
«Το έμαθα», απάντησε τελικά η Έμιλι. «Λυπάμαι πολύ. Δεν ήθελα να μπλέξεις εξαιτίας μου.»
«Δεν έκανες τίποτα κακό. Αλλά πρέπει να σε ρωτήσω κάτι. Η μητέρα μου μού είπε ότι ο Νέιθαν τής ζητούσε χρήματα για εσένα και τα παιδιά. Έχεις λάβει εσύ αυτά τα χρήματα;»
Η Έμιλι δεν απάντησε αμέσως.
Όταν μίλησε ξανά, η φωνή της ήταν σχεδόν ψίθυρος.
«Όχι.»
Ο Ντάνιελ έμεινε ακίνητος.
«Είσαι σίγουρη;»
«Απολύτως. Ο Νέιθαν μού έλεγε συνεχώς ότι δεν είχαμε χρήματα. Μου έλεγε να μην αγοράζω τίποτα περιττό, να προσέχω κάθε ευρώ και να μην περιμένω βοήθεια από κανέναν.»
«Και τα χρήματα που έστελνε η μητέρα μου;»
«Δεν μου είπε ποτέ ότι η μητέρα σου μάς βοηθούσε.»
Ο Ντάνιελ ένιωσε θυμό να ανεβαίνει μέσα του.
«Τότε πού πήγαν;»
Η Έμιλι αναστέναξε.
«Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι, όταν ήμουν έγκυος, έλεγε πως όλα τα χρήματα πήγαιναν στους λογαριασμούς και στα έξοδα του σπιτιού. Αλλά συχνά έβγαινε με φίλους του, αγόραζε πράγματα για τον εαυτό του και επέστρεφε αργά τη νύχτα.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Προσπαθούσα να μην τον αμφισβητώ. Είχα μόλις γεννήσει. Ήμουν εξαντλημένη και ήθελα τα παιδιά μου να έχουν έναν πατέρα που θα τα αγαπάει.»
Ο Ντάνιελ δεν ήξερε τι να πει.
«Έμιλι, λυπάμαι που πέρασες όλα αυτά.»
«Δεν χρειάζεται να ζητάς συγγνώμη εσύ», του είπε. «Εσύ ήσουν ο μόνος άνθρωπος που σταμάτησε για να με βοηθήσει εκείνο το βράδυ.»
Αυτά τα λόγια τον έκαναν να νιώσει ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη να αποκαλύψει την αλήθεια.
Πριν κλείσουν το τηλέφωνο, η Έμιλι πρόσθεσε κάτι που τον προβλημάτισε βαθιά.
«Υπάρχει κάτι ακόμη. Τις τελευταίες εβδομάδες, ο Νέιθαν ήταν πολύ νευρικός. Κάθε φορά που τον ρωτούσα για τα χρήματα, θύμωνε. Μου έλεγε ότι δεν καταλάβαινα πόσο δύσκολο ήταν να συντηρεί μια οικογένεια.»
Ο Ντάνιελ έκλεισε τα μάτια του.
«Και την ημέρα που σε άφησε στο νοσοκομείο;»
«Μαλώσαμε πριν φύγουμε. Του είπα ότι χρειαζόμουν βοήθεια με τα μωρά και ότι δεν μπορούσα να τα κάνω όλα μόνη μου. Μου απάντησε ότι είχε κουραστεί να ακούει παράπονα.»
Η Έμιλι άρχισε να κλαίει.
«Δεν πίστευα ποτέ ότι θα μας άφηνε εκεί. Όταν είδα το αυτοκίνητο να απομακρύνεται, περίμενα ότι θα επέστρεφε. Συνέχισα να περιμένω, γιατί δεν ήθελα να πιστέψω ότι ο άντρας μου μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο.»
Ο Ντάνιελ έσφιξε το τηλέφωνο.
«Δεν έπρεπε να σου συμβεί αυτό.»
Εκείνο το απόγευμα, η Μπάρμπαρα τηλεφώνησε ξανά στον Ντάνιελ.
Αυτή τη φορά δεν ακουγόταν απλώς ανήσυχη. Ακουγόταν συντετριμμένη.
«Ντάνιελ, έλεγξα όσα μπορούσα από τις μεταφορές χρημάτων. Ο Νέιθαν μού έλεγε ότι η οικογένειά του δεν είχε αρκετά χρήματα για τα απαραίτητα. Του έστελνα βοήθεια επειδή πίστευα ότι τα εγγόνια μου τη χρειάζονταν.»
«Και τώρα;»
«Τώρα καταλαβαίνω ότι δεν ήξερα πού πήγαιναν τα χρήματα. Δεν είχα ζητήσει ποτέ αποδείξεις. Πίστευα τον γιο μου.»
Ο Ντάνιελ δεν την κατηγόρησε. Ήξερε ότι η μητέρα του ήθελε να βοηθήσει, αλλά η εμπιστοσύνη της είχε μετατραπεί σε κάτι που ο Νέιθαν μπορούσε να εκμεταλλευτεί.
«Πρέπει να του μιλήσουμε», είπε.
Η Μπάρμπαρα δίστασε.
«Κι αν αρνηθεί τα πάντα;»
«Τότε θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα γεγονότα.»
Για αρκετά δευτερόλεπτα κανείς τους δεν μίλησε.
Ύστερα, η μητέρα του ψιθύρισε:
«Θα οργανώσω ένα οικογενειακό δείπνο. Θα καλέσω τον Νέιθαν. Θέλω να τον ακούσω να μου εξηγεί τι ακριβώς συνέβη.»
Ο Ντάνιελ συμφώνησε.
Δεν ήξερε αν ο αδελφός του θα εμφανιζόταν. Ούτε αν θα παραδεχόταν ποτέ την αλήθεια.
Αλλά ήξερε ένα πράγμα: αυτή τη φορά δεν θα επέτρεπε σε κανέναν να κρύψει όσα είχαν συμβεί πίσω από ψέματα και δικαιολογίες.
Και όταν η Μπάρμπαρα έκλεισε το τηλέφωνο, ο Ντάνιελ έλαβε ένα μήνυμα από τον Ρίτσαρντ.
«Η εξέταση της καταγγελίας συνεχίζεται. Χρειάζομαι την επίσημη δήλωσή σου αύριο το πρωί.»
Η υπόθεση στη δουλειά του παρέμενε ανοιχτή.
Ο αδελφός του τον κατηγορούσε για κάτι που δεν είχε κάνει, η μητέρα του προσπαθούσε να καταλάβει πού είχαν καταλήξει τα χρήματά της και η Έμιλι προσπαθούσε να ξαναχτίσει τη ζωή της με δύο νεογέννητα.
Όλα οδηγούσαν στο ίδιο πρόσωπο.
Τον Νέιθαν.
Και σε λίγες ημέρες, όλη η οικογένεια θα καθόταν γύρω από το ίδιο τραπέζι.
Ο Ντάνιελ δεν ήξερε ότι εκείνο το δείπνο θα αποκάλυπτε μια αλήθεια που θα έκανε τη μητέρα του να μετανιώσει για όλα όσα είχε πιστέψει μέχρι τότε.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 4…

0 comments:
Post a Comment