ΜΕΡΟΣ 3: ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΕΚΕΙ
Στις 4:12 π.μ., κοίταζα την οθόνη του κινητού μου και ένιωθα πως ολόκληρος ο κόσμος μου είχε παγώσει.
«ΣΧΕΔΙΟ Β — ΑΝ ΑΠΟΤΥΧΕΙ».
Κάτω από τις λέξεις υπήρχε ένα όνομα.
Ρίτσαρντ Χέιλ.
Ο επί χρόνια δικηγόρος της οικογένειάς μας.
Ο άνθρωπος που είχε συντάξει τη διαθήκη του πατέρα μου. Εκείνος που είχε σταθεί δίπλα μου στην κηδεία του και μου είχε πει πως θα με βοηθούσε να προστατεύσω την κληρονομιά μου.
Και τώρα το όνομά του εμφανιζόταν σε ένα σημείωμα που είχε αφήσει η πεθερά μου μέσα στη βαλίτσα μου, λίγο πριν επιχειρήσουν να με παγιδεύσουν.
Δεν μπορούσα να ξέρω ακόμη τι ακριβώς σήμαινε.
Αλλά ήξερα ένα πράγμα: αν ο Ρίτσαρντ συμμετείχε σε αυτό, τότε η προδοσία ήταν πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο είχα φανταστεί.
Άνοιξα τον ασφαλή φάκελο και αναζήτησα το τελευταίο μήνυμα που είχα λάβει από εκείνον.
Ήταν από δύο εβδομάδες νωρίτερα.
«Έβελιν, θα ήταν καλύτερα να σταματήσεις προσωρινά να εξετάζεις τις εταιρικές συναλλαγές. Υπάρχουν νομικές λεπτομέρειες που δεν γνωρίζεις και μπορεί να εκτεθείς χωρίς λόγο».
Τότε είχα θεωρήσει ότι προσπαθούσε να με προστατεύσει.
Τώρα, κάθε λέξη έμοιαζε με προειδοποίηση.
Ή μήπως ήταν απειλή;
Πριν προλάβω να σκεφτώ περισσότερο, έστειλα στον ντετέκτιβ Ραμίρεζ τη φωτογραφία του σημειώματος.
Η απάντησή του ήρθε λίγα λεπτά αργότερα.
«Μην επικοινωνήσεις με τον Χέιλ. Θα εξετάσουμε τη σύνδεσή του με τα υπόλοιπα στοιχεία. Έχεις κάνει ήδη αρκετά για απόψε».
Άφησα το κινητό δίπλα μου.
Για λίγα δευτερόλεπτα, σκέφτηκα να ξυπνήσω τον Ντάνιελ και να του πετάξω στο πρόσωπο όλα όσα είχα ανακαλύψει.
Ήθελα να τον ρωτήσω πώς μπορούσε να με κοιτάζει στα μάτια, να με αποκαλεί αγάπη του και ταυτόχρονα να οργανώνει την καταστροφή μου.
Όμως δεν το έκανα.
Είχα μάθει κάτι πολύτιμο από τα χρόνια που ερευνούσα οικονομικές απάτες: όταν κάποιος πιστεύει ότι έχει τον έλεγχο, συχνά αποκαλύπτει περισσότερα απ’ όσα θα αποκάλυπτε αν ένιωθε απειλή.
Και ο Ντάνιελ πίστευε ακόμη ότι με είχε παγιδεύσει.
Στις 5:03 π.μ., σηκώθηκα αθόρυβα.
Δεν άγγιξα το αντικείμενο που είχε τοποθετήσει η Μάργκαρετ στη βαλίτσα μου. Δεν ήθελα να αλλοιώσω οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ούτε να κάνω κάτι που θα μπορούσε να δυσκολέψει την έρευνα.
Αντί γι’ αυτό, πήρα το διαβατήριό μου, το κινητό μου και έναν δεύτερο υπολογιστή από το συρτάρι του γραφείου.
Είχα αποθηκεύσει εκεί αντίγραφα των οικονομικών αρχείων, προστατευμένα με κωδικό.
Αν συνέβαινε οτιδήποτε σε εμένα, δεν ήθελα να χαθούν μαζί μου.
Στις 5:17, το κινητό μου δονήθηκε.
Ήταν μήνυμα από τη Μάργκαρετ.
«Καλημέρα, αγαπημένη μου! Ελπίζω να κοιμήθηκες καλά. Ο Ντάνιελ κι εγώ θα σε πάμε στο αεροδρόμιο, για να μη χρειαστεί να ξοδέψεις χρήματα σε ταξί».
Διάβασα το μήνυμα και ένιωσα ένα παράξενο χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη μου.
Δεν της απάντησα αμέσως.
Λίγα λεπτά αργότερα, έγραψα:
«Ευχαριστώ πολύ. Θα είμαι έτοιμη σε λίγο».
Ήθελαν να με συνοδεύσουν μέχρι το αεροδρόμιο.
Ήθελαν να βεβαιωθούν ότι θα έφτανα εκεί με τη βαλίτσα μου.
Και ήθελαν να βρίσκονται όσο πιο μακριά γινόταν όταν θα άρχιζε η καταγγελία τους να παίρνει σάρκα και οστά.
Δεν ήξεραν ότι οι αρχές είχαν ήδη ενημερωθεί.
Στις 5:42 π.μ., ο Ντάνιελ εμφανίστηκε στην κουζίνα.
Φορούσε ένα ακριβό πουκάμισο και είχε εκείνο το χαλαρό χαμόγελο που χρησιμοποιούσε κάθε φορά που ήθελε να με πείσει πως όλα ήταν υπό έλεγχο.
«Έτοιμη για το Σικάγο;» με ρώτησε.
«Σχεδόν».
Έβαλε καφέ σε μια κούπα και κάθισε απέναντί μου.
«Ξέρεις, Έβελιν, σκεφτόμουν ότι ίσως πρέπει να συζητήσουμε σοβαρά για την εταιρεία όταν επιστρέψεις».
Τον κοίταξα στα μάτια.
«Αλήθεια; Τι ακριβώς;»
Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, το χαμόγελό του χάθηκε.
Ύστερα επανήλθε.
«Τίποτα σπουδαίο. Απλώς υπάρχουν κάποια οικονομικά θέματα που πρέπει να τακτοποιηθούν. Δεν θέλω να ανησυχείς».
«Είναι πολύ γλυκό εκ μέρους σου».
Σήκωσε την κούπα του.
«Είμαστε οικογένεια. Πρέπει να εμπιστευόμαστε ο ένας τον άλλον».
Αυτή τη φορά, χρειάστηκε να καταβάλω προσπάθεια για να μη γελάσω.
Εμπιστοσύνη.
Αυτή ήταν η λέξη που είχε χρησιμοποιήσει ο πατέρας μου όταν του παρουσίασα για πρώτη φορά τον Ντάνιελ.
«Έβελιν, να θυμάσαι ότι η εμπιστοσύνη δεν αποδεικνύεται με τα λόγια», μου είχε πει τότε. «Αποδεικνύεται όταν κάποιος έχει τη δύναμη να σε βλάψει, αλλά επιλέγει να μη σου κάνει κακό».
Τότε δεν είχα καταλάβει πόσο σημαντική θα γινόταν αυτή η συμβουλή.
Τώρα, κοιτάζοντας τον άντρα απέναντί μου, ήξερα ότι είχα κάνει λάθος για εκείνον.
Και το λάθος μου θα μπορούσε να μου κοστίσει τα πάντα.
Στις 6:02 π.μ., η Μάργκαρετ μπήκε στην κουζίνα.
«Έτοιμη, Έβελιν; Δεν θέλουμε να αργήσεις».
Πήρε τη βαλίτσα μου από το χερούλι και την έσυρε προς την εξώπορτα.
«Μην ανησυχείς», είπε. «Θα φροντίσουμε να φτάσεις εγκαίρως».
Για μια στιγμή, τα μάτια μας συναντήθηκαν.
Δεν χαμογελούσε πια με τη συνηθισμένη της γλυκύτητα.
Με παρατηρούσε προσεκτικά, σαν να προσπαθούσε να διαπιστώσει αν είχα καταλάβει κάτι.
Της χάρισα το πιο αθώο χαμόγελό μου.
«Είμαι σίγουρη ότι όλα θα πάνε υπέροχα».
Βγήκαμε από το σπίτι.
Ο Ντάνιελ οδήγησε, η Μάργκαρετ κάθισε δίπλα του κι εγώ στο πίσω κάθισμα, με τη βαλίτσα μου στο πορτμπαγκάζ.
Για τα πρώτα δέκα λεπτά, κανείς δεν μίλησε.
Ύστερα, η Μάργκαρετ γύρισε προς το μέρος μου.
«Έβελιν, θυμάσαι τον Ρίτσαρντ Χέιλ;»
Το αίμα μου πάγωσε.
«Φυσικά. Γιατί ρωτάς;»
Αντάλλαξε μια γρήγορη ματιά με τον γιο της.
«Για τίποτα ιδιαίτερο. Μου τηλεφώνησε χθες. Είπε ότι υπάρχουν κάποιες εκκρεμότητες με τα έγγραφα της εταιρείας».
Ο Ντάνιελ έσφιξε το τιμόνι.
«Μαμά, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή».
Η φωνή του ήταν ήρεμη, αλλά τα δάχτυλά του είχαν ασπρίσει από την πίεση.
Η Μάργκαρετ γύρισε μπροστά.
Κι εγώ κατάλαβα ότι το όνομα του δικηγόρου δεν είχε εμφανιστεί τυχαία στο σημείωμα.
Κάποιος είχε αρχίσει να φοβάται ότι το σχέδιό τους θα αποτύγχανε.
Και ίσως αυτός ο κάποιος να ήταν ο ίδιος ο άνθρωπος που τους είχε βοηθήσει να το οργανώσουν.
Όταν φτάσαμε στο αεροδρόμιο, ο Ντάνιελ σταμάτησε κοντά στην είσοδο των αναχωρήσεων.
Κατέβηκε, άνοιξε το πορτμπαγκάζ και μου έδωσε τη βαλίτσα.
«Καλή πτήση, αγάπη μου», είπε, φιλώντας με στο μάγουλο.
Η Μάργκαρετ με αγκάλιασε.
«Πάρε μας όταν προσγειωθείς».
Τους χαμογέλασα.
«Θα σας τηλεφωνήσω».
Ύστερα, πήρα τη βαλίτσα και κατευθύνθηκα προς την είσοδο.
Μόλις πέρασα τις αυτόματες πόρτες, το κινητό μου δονήθηκε.
Ήταν ο Ραμίρεζ.
«Έβελιν, άκουσέ με. Οι αρμόδιες υπηρεσίες έχουν ενημερωθεί για την πιθανή παγίδευση. Μην ανοίξεις τη βαλίτσα και ακολούθησε τις οδηγίες του προσωπικού ασφαλείας».
Σήκωσα το βλέμμα μου προς την αίθουσα αναχωρήσεων.
Δύο ένστολοι βρίσκονταν κοντά στον έλεγχο.
Ο ένας κρατούσε ένα τάμπλετ.
Ο άλλος κοιτούσε προς το μέρος μου.
Και τότε, πίσω από το γυάλινο παράθυρο, είδα τη Μάργκαρετ να δείχνει προς εμένα.
Στο πρόσωπό της είχε σχηματιστεί ένα χαμόγελο που δεν θα ξεχνούσα ποτέ.
Ένα χαμόγελο ανθρώπου που πίστευε πως είχε ήδη κερδίσει.
Ένας από τους υπαλλήλους ασφαλείας πλησίασε.
«Κυρία Κάρτερ; Θα θέλαμε να σας κάνουμε μερικές ερωτήσεις σχετικά με τις αποσκευές σας».
Έμεινα ακίνητη.
Ήταν η στιγμή που περίμεναν.
Η στιγμή που είχαν σχεδιάσει.
Μόνο που δεν γνώριζαν ότι, λίγα λεπτά νωρίτερα, ο ντετέκτιβ Ραμίρεζ είχε λάβει ένα ακόμη αρχείο από εμένα.
Ένα αρχείο που δεν αφορούσε τη βαλίτσα.
Αφορούσε τα 2,4 εκατομμύρια δολάρια.
Και μέσα σε αυτό υπήρχε μια υπογραφή που θα μπορούσε να ανατρέψει ολόκληρη την υπόθεση.
Η υπογραφή δεν ανήκε στον Ντάνιελ.
Ανήκε σε κάποιον που βρισκόταν ήδη μέσα στο αεροδρόμιο.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 4…

0 comments:
Post a Comment