ΜΕΡΟΣ 5: Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΝΕΚΡΟΣ — ΠΟΙΟΣ ΕΙΧΕ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΕΙ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ;
Για αρκετά δευτερόλεπτα, δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από το έγγραφο.
Η ημερομηνία βρισκόταν μπροστά μου.
Έξι μήνες μετά τον θάνατο του πατέρα μου.
Και όμως, στο κάτω μέρος της σελίδας υπήρχε η υπογραφή του.
Η ίδια χαρακτηριστική καμπύλη στο γράμμα «C». Η ίδια μικρή γραμμή που τραβούσε πάντα προς τα πάνω στο τέλος του επωνύμου του.
Την είχα δει χιλιάδες φορές.
Στα συμβόλαια της εταιρείας. Στις κάρτες γενεθλίων μου. Στα σημειώματα που μου άφηνε όταν ταξίδευε για δουλειά.
Δεν υπήρχε περίπτωση να την ξεχάσω.
«Ποιος σας έδωσε αυτό το έγγραφο;» ρώτησα τον αξιωματικό.
«Προέκυψε κατά την εξέταση των οικονομικών στοιχείων που συνδέονται με την καταγγελία. Δεν μπορούμε ακόμη να σας πούμε περισσότερα».
Έδειξα την ημερομηνία.
«Ο πατέρας μου είχε πεθάνει έξι μήνες πριν από αυτό».
Ο αξιωματικός έγνεψε.
«Το γνωρίζουμε. Γι’ αυτό ακριβώς εξετάζουμε τη γνησιότητα του εγγράφου και τις συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκε».
Ένιωσα τα δάχτυλά μου να παγώνουν.
Αν κάποιος είχε χρησιμοποιήσει την υπογραφή του πατέρα μου, τότε δεν επρόκειτο απλώς για μια προσπάθεια να κλέψουν χρήματα από την εταιρεία.
Κάποιος είχε προσπαθήσει να δημιουργήσει ένα ψεύτικο ιστορικό συναλλαγών, χρησιμοποιώντας το όνομα ενός ανθρώπου που δεν μπορούσε πια να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Και αν το έγγραφο συνδεόταν με τις μεταφορές των 2,4 εκατομμυρίων δολαρίων, τότε ίσως αποτελούσε το κομμάτι που έλειπε από την υπόθεση.
«Θέλω να σας παραδώσω όλα τα αντίγραφα που έχω», είπα. «Υπάρχουν κι άλλα έγγραφα που δεν έχετε δει».
«Θα τα χρειαστούμε», απάντησε. «Αλλά θα πρέπει να ακολουθήσουμε τη σωστή διαδικασία».
Έγνεψα.
Δεν ήθελα να καταστρέψω την υπόθεση προσπαθώντας να αποδείξω τα πάντα μέσα σε μία ώρα.
Ήθελα να μάθω ποιος το είχε κάνει.
Και γιατί.
Στις 9:20 π.μ., με οδήγησαν σε έναν ήσυχο χώρο, όπου μπορούσα να περιμένω χωρίς να βρίσκομαι ανάμεσα στους υπόλοιπους επιβάτες.
Ο Ραμίρεζ έφτασε λίγο αργότερα.
Μόλις με είδε, δεν χαμογέλασε.
«Είσαι καλά;» με ρώτησε.
«Δεν ξέρω», παραδέχτηκα. «Ο άντρας μου προσπάθησε να με παγιδεύσει. Η πεθερά μου έβαλε κάτι στη βαλίτσα μου. Και τώρα βλέπω την υπογραφή του νεκρού πατέρα μου σε ένα έγγραφο που δημιουργήθηκε μετά τον θάνατό του».
Κάθισε απέναντί μου.
«Καταλαβαίνω ότι είναι πολλά. Αλλά πρέπει να ξεχωρίσουμε αυτά που γνωρίζουμε από εκείνα που υποψιαζόμαστε».
Έβγαλα το κινητό μου.
«Έχω το βίντεο της Μάργκαρετ. Έχω την καταγραφή της συνομιλίας της με τον Ντάνιελ. Και έχω τα οικονομικά αρχεία που δείχνουν τις ύποπτες μεταφορές».
«Αυτά είναι σημαντικά στοιχεία», είπε. «Αλλά δεν αποδεικνύουν από μόνα τους ποιος δημιούργησε το πλαστό έγγραφο».
«Τότε θα βρούμε ποιος το έκανε».
Ο Ραμίρεζ με κοίταξε για λίγο.
«Αυτό ακριβώς θα προσπαθήσουμε να κάνουμε».
Του παρέδωσα τα αρχεία μέσω της διαδικασίας που μου υπέδειξε. Κατέγραψε όσα του είπα και σημείωσε τις ημερομηνίες των ύποπτων συναλλαγών.
Όταν έφτασε στην τελευταία σελίδα, σταμάτησε.
«Έβελιν, αυτή η μεταφορά έγινε τρεις ημέρες πριν πεθάνει ο πατέρας σου».
«Ναι».
«Και αυτή εδώ;»
«Έναν μήνα αργότερα».
Έδειξα τη γραμμή στην οθόνη.
«Το ποσό είναι μικρότερο, αλλά ο λογαριασμός προορισμού είναι ο ίδιος».
Ο Ραμίρεζ έσκυψε προς την οθόνη.
«Αν επιβεβαιωθεί ότι ο ίδιος λογαριασμός χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα, μπορεί να μας βοηθήσει να εντοπίσουμε τη διαδρομή των χρημάτων».
«Ο λογαριασμός ανήκει σε εταιρεία που δεν έχει πραγματικά γραφεία», είπα. «Έχω ήδη ελέγξει τη διεύθυνση».
Δεν είπε τίποτα για λίγα δευτερόλεπτα.
Ύστερα έκλεισε τον φάκελο.
«Θα χρειαστεί να εξετάσουμε και τον ρόλο του δικηγόρου σου».
«Του Ρίτσαρντ Χέιλ;»
«Ναι. Αλλά δεν θα καταλήξουμε σε συμπέρασμα μόνο επειδή το όνομά του εμφανίζεται σε ένα σημείωμα».
Έγνεψα.
Ήξερα ότι είχε δίκιο.
Το όνομα του Ρίτσαρντ ήταν μια ένδειξη, όχι ακόμη η απάντηση.
Και είχα την αίσθηση ότι η πραγματική απάντηση θα ήταν πολύ πιο οδυνηρή.
Στις 10:11 π.μ., το κινητό μου άρχισε να χτυπά.
Ντάνιελ.
Το άφησα να χτυπήσει δύο φορές πριν απαντήσω.
«Έβελιν;» Η φωνή του ακουγόταν ανήσυχη. «Πού είσαι; Γιατί δεν έχεις περάσει ακόμη από τον έλεγχο;»
Κοίταξα τον Ραμίρεζ. Μου έκανε νόημα να παραμείνω ήρεμη.
«Υπήρξε ένα πρόβλημα με τη βαλίτσα μου».
Στην άλλη άκρη επικράτησε σιωπή.
«Τι πρόβλημα;»
«Οι αρχές θέλουν να μου κάνουν μερικές ερωτήσεις».
Άκουσα την ανάσα του να αλλάζει.
«Τι τους είπες;»
Η ερώτηση ήρθε πολύ γρήγορα.
Δεν με ρώτησε αν ήμουν καλά.
Δεν με ρώτησε αν είχα τρομάξει.
Το μόνο που ήθελε να γνωρίζει ήταν τι είχα πει στις αρχές.
«Τους είπα την αλήθεια», απάντησα.
«Ποια αλήθεια;»
«Ότι δεν γνωρίζω τίποτα για το αντικείμενο που βρέθηκε στη βαλίτσα μου».
«Έβελιν, άκουσέ με. Μην αρχίσεις να κατηγορείς ανθρώπους χωρίς στοιχεία. Ξέρεις πόσο εύκολα μπορεί να καταστραφεί η φήμη κάποιου».
Έκλεισα τα μάτια μου.
Επτά χρόνια γάμου.
Επτά χρόνια που τον υπερασπιζόμουν όταν οι άλλοι αμφισβητούσαν τις προθέσεις του.
Επτά χρόνια που πίστευα πως, όσα προβλήματα κι αν είχαμε, θα στεκόταν δίπλα μου όταν πραγματικά τον χρειαζόμουν.
Και τώρα ανησυχούσε για τη φήμη κάποιου άλλου.
«Έχεις δίκιο, Ντάνιελ», του είπα ήρεμα. «Δεν πρέπει να κατηγορούμε κανέναν χωρίς στοιχεία».
«Ακριβώς. Έτσι πρέπει να σκέφτεσαι».
«Ειδικά όταν υπάρχουν κάμερες και οικονομικά έγγραφα που μπορούν να εξεταστούν».
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν τόσο απόλυτη, που για μια στιγμή νόμισα ότι είχε διακοπεί η σύνδεση.
«Τι εννοείς;» ρώτησε τελικά.
«Τίποτα. Θα μιλήσουμε αργότερα».
Έκλεισα το τηλέφωνο.
Ο Ραμίρεζ με παρατηρούσε προσεκτικά.
«Νομίζεις ότι κατάλαβε;»
«Δεν ξέρω», απάντησα. «Αλλά τώρα γνωρίζει ότι δεν είμαι τόσο ανυποψίαστη όσο πίστευε».
Το μεσημέρι, ο Ραμίρεζ επέστρεψε με νέα στοιχεία.
«Εξετάζουμε τη σύνδεση του εταιρικού λογαριασμού με την καταγγελία», μου είπε. «Παράλληλα, ζητήθηκε να διατηρηθούν τα σχετικά αρχεία και οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες».
«Και ο Ρίτσαρντ;»
«Δεν έχουμε ακόμη οριστικά συμπεράσματα για τον ρόλο του».
Ένιωσα απογοήτευση, αλλά όχι έκπληξη.
Οι έρευνες δεν τελείωναν επειδή κάποιος ανακάλυπτε ένα ύποπτο έγγραφο.
Χρειαζόταν να επιβεβαιωθούν οι ημερομηνίες, οι υπογραφές, οι λογαριασμοί και οι άνθρωποι που είχαν πρόσβαση στα στοιχεία.
«Υπάρχει όμως κάτι που πρέπει να δεις», πρόσθεσε.
Μου έδειξε ένα απόσπασμα από τα εταιρικά αρχεία.
Ήταν μια εντολή μεταφοράς χρημάτων, εγκεκριμένη με τα στοιχεία του πατέρα μου.
Κάτω από αυτήν υπήρχε μια δεύτερη ηλεκτρονική έγκριση.
Το όνομα που εμφανιζόταν δίπλα της ήταν της Μάργκαρετ.
«Εκείνη είχε πρόσβαση στις δημόσιες σχέσεις, όχι στις οικονομικές εγκρίσεις», ψιθύρισα.
«Αυτό είναι κάτι που πρέπει να εξετάσουμε», είπε ο Ραμίρεζ. «Δεν αποδεικνύει ακόμη ποιος έκανε τη μεταφορά, αλλά δημιουργεί ένα ερώτημα που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε».
Ξαφνικά, θυμήθηκα ένα δείπνο έξι μήνες νωρίτερα.
Ο Ντάνιελ είχε υψώσει το ποτήρι του και είχε πει μπροστά σε φίλους:
«Στην οικογένεια. Και στους ανθρώπους που ξέρουν να κρατούν τα μυστικά της».
Τότε όλοι είχαν γελάσει.
Η Μάργκαρετ είχε χαμογελάσει.
Κι εγώ είχα θεωρήσει ότι ήταν ένα ακόμη από τα αδέξια αστεία του.
Τώρα, η ανάμνηση μού προκαλούσε ανατριχίλα.
Στις 2:47 μ.μ., έλαβα ένα μήνυμα από άγνωστο αριθμό.
«Σταμάτα να ψάχνεις. Δεν ξέρεις ποιον έχεις απέναντί σου».
Το διάβασα μία φορά.
Ύστερα το έδειξα στον Ραμίρεζ.
Δεν απάντησα.
Εκείνος κατέγραψε το μήνυμα και μου ζήτησε να μην επικοινωνήσω με τον αποστολέα.
Για πρώτη φορά, ένιωσα καθαρά ότι η υπόθεση είχε ξεπεράσει τα όρια μιας οικογενειακής προδοσίας.
Κάποιος φοβόταν όσα μπορούσαν να αποκαλύψουν τα στοιχεία.
Κάποιος ήθελε να με κάνει να σταματήσω.
Αλλά δεν είχα σκοπό να υποχωρήσω.
Ο πατέρας μου είχε δημιουργήσει την επιχείρηση με τα χέρια του. Εγώ είχα το δικαίωμα και την ευθύνη να προστατεύσω όσα μου είχε εμπιστευτεί.
Και δεν θα επέτρεπα σε κανέναν να χρησιμοποιήσει το όνομά του για να καλύψει τις πράξεις του.
Λίγο πριν από τις τέσσερις, ο Ραμίρεζ έλαβε ένα τηλεφώνημα και βγήκε από το δωμάτιο.
Όταν επέστρεψε, κρατούσε έναν φάκελο.
«Έβελιν, βρέθηκε κάτι ακόμη στα εταιρικά αρχεία».
Τον άνοιξε και μου έδειξε ένα αντίγραφο ηλεκτρονικού μηνύματος.
Ο αποστολέας ήταν ο Ρίτσαρντ Χέιλ.
Ο παραλήπτης ήταν ο Ντάνιελ.
Και η ημερομηνία ήταν μόλις δύο ημέρες πριν από την πρώτη μεταφορά των χρημάτων.
Διάβασα το μήνυμα.
Μόνο μία πρόταση ήταν ορατή στο αντίγραφο:
«Αν η Έβελιν ανακαλύψει την αλήθεια, πρέπει να ενεργοποιήσουμε αμέσως το δεύτερο σχέδιο».
Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά δυνατά.
Το δεύτερο σχέδιο.
Το ίδιο σχέδιο που είχε αναφέρει το σημείωμα της Μάργκαρετ.
Σήκωσα αργά το βλέμμα μου προς τον Ραμίρεζ.
«Τι άλλο γράφει το μήνυμα;»
Εκείνος κοίταξε τον φάκελο.
«Το υπόλοιπο περιεχόμενο δεν έχει ανακτηθεί ακόμη».
Για μια στιγμή, κανείς μας δεν μίλησε.
Ύστερα το κινητό μου φωτίστηκε ξανά.
Αυτή τη φορά, ήταν η Μάργκαρετ.
Το μήνυμά της ήταν σύντομο:
«Έβελιν, ο Ντάνιελ δεν σου είπε ποτέ τι πραγματικά συνέβη την τελευταία νύχτα του πατέρα σου, έτσι δεν είναι;»
Το αίμα μου πάγωσε.
Γιατί υπήρχε ένα πράγμα που δεν είχα αναφέρει ποτέ στον Ραμίρεζ.
Την τελευταία νύχτα πριν πεθάνει ο πατέρας μου, είχε τηλεφωνήσει σε εμένα.
Και πριν κλείσει το τηλέφωνο, μου είχε πει:
«Κόρη μου, αν συμβεί κάτι, μην εμπιστευτείς τον άνθρωπο που θα προσπαθήσει να σου εξηγήσει τα πάντα».
Τότε δεν είχα καταλάβει τι εννοούσε.
Τώρα, για πρώτη φορά, αναρωτήθηκα αν ο θάνατός του και η εξαφάνιση των χρημάτων συνδέονταν με τον ίδιο τρόπο.
Κοίταξα ξανά το μήνυμα της Μάργκαρετ.
Και πληκτρολόγησα μόνο μία απάντηση:
«Τι συνέβη εκείνη τη νύχτα;»
Η απάντησή της ήρθε σχεδόν αμέσως.
«Αν θέλεις να μάθεις την αλήθεια, πρέπει να μάθεις τι έκανε ο Ντάνιελ πριν φτάσει το ασθενοφόρο».
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 6…

0 comments:
Post a Comment