ΜΕΡΟΣ 3 — ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΠΟΥ ΑΝΑΓΚΑΣΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΝΑ ΑΝΤΙΚΡΙΣΕΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ
Για τρεις μέρες, κανείς μας δεν μίλησε για την Κάρεν.
Τα δύο ημερολόγια παρέμεναν στο δωμάτιο των κοριτσιών, πάνω στο γραφείο τους. Δεν τα είχαν κρύψει. Αλλά ούτε τα είχαν ξανανοίξει.
Η Μάγια απέφευγε κάθε συζήτηση για τη μητέρα της.
Η Λίλα, αντίθετα, είχε αρχίσει να κάνει ερωτήσεις.
Όχι στην Κάρεν.
Σε μένα.
«Μπαμπά… ήξερες ότι έγραφε όλα αυτά τα χρόνια;»
Στάθηκα για λίγο σιωπηλός.
«Όχι.»
«Δεν σου είχε πει ποτέ τίποτα;»
«Όχι.»
Η Λίλα κατέβασε το βλέμμα.
«Τότε γιατί νομίζω ότι σου λείπει;»
Η ερώτηση με χτύπησε πιο δυνατά απ’ όσο περίμενα.
«Δεν μου λείπει η γυναίκα που έφυγε», της είπα τελικά. «Μου λείπει η γυναίκα που πίστευα ότι θα έμενε.»
Η Λίλα δεν απάντησε.
Απλώς με αγκάλιασε.
Εκείνο το βράδυ, όταν τα κορίτσια κοιμήθηκαν, κάθισα μόνος στο σαλόνι και διάβασα ξανά το γράμμα της Κάρεν.
Για πρώτη φορά, δεν ένιωσα μόνο θυμό.
Ένιωσα κάτι πολύ πιο επικίνδυνο.
Αμφιβολία.
Κι αν πραγματικά πίστευε ότι μας προστάτευε;
Κι αν ο φόβος της ήταν αληθινός;
Κι αν η επιστροφή της δεν ήταν προσπάθεια να ξαναγράψει το παρελθόν, αλλά η πρώτη φορά που είχε το θάρρος να το αντιμετωπίσει;
Δεν ήθελα να τη δικαιολογήσω.
Αλλά δεν μπορούσα πλέον να πω ότι δεν προσπαθούσε.
Το επόμενο πρωί, βρήκα έναν φάκελο κάτω από την πόρτα.
Δεν είχε γραμματόσημο.
Δεν είχε διεύθυνση.
Μόνο το όνομά μου.
ΓΙΑΝΝΗ.
Τον άνοιξα.
Μέσα υπήρχε μία μόνο σελίδα.
«Δεν θα ξαναέρθω απρόσκλητη.
Αλλά υπάρχει κάτι που δεν σου είπα ποτέ.
Κάτι που δεν είπα ούτε στα κορίτσια.
Κάτι που ίσως αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο θυμάσαι εκείνη την ημέρα.
Δεν έφυγα επειδή δεν τις αγαπούσα.
Έφυγα επειδή πίστευα ότι κάποιος ερχόταν να τις πάρει από εμάς.
Και φοβόμουν ότι αν έμενα, θα τις έβαζα σε κίνδυνο.»
Πάγωσα.
Διάβασα τη φράση ξανά.
Κάποιος ερχόταν να τις πάρει.
Τι σήμαινε αυτό;
Στο κάτω μέρος υπήρχε μια διεύθυνση.
Και μια ημερομηνία.
Η ημερομηνία ήταν ακριβώς μία εβδομάδα πριν από τη γέννηση των διδύμων.
Δεν μπορούσα να περιμένω.
Πήρα το αυτοκίνητο και πήγα στη διεύθυνση.
Ήταν ένα μικρό, παλιό σπίτι στην άλλη άκρη της πόλης.
Χτύπησα την πόρτα.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα άνοιξε.
Μόλις με είδε, το πρόσωπό της άλλαξε.
«Εσύ είσαι ο Γιάννης.»
Δεν ήταν ερώτηση.
«Πώς ξέρεις ποιος είμαι;»
Η γυναίκα κοίταξε πίσω της.
«Γιατί η Κάρεν μου είπε ότι κάποια μέρα θα ερχόσουν.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
«Τι συνέβη πριν από δεκαοκτώ χρόνια;»
Η γυναίκα πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Μπες μέσα.»
Στο τραπέζι υπήρχε ένας φάκελος.
Παλιός.
Κιτρινισμένος.
Και πάνω του υπήρχε μια λέξη που αναγνώρισα αμέσως.
ΥΙΟΘΕΣΙΑ.
Κοίταξα τη γυναίκα.
«Τι είναι αυτό;»
«Το έγγραφο που η Κάρεν νόμιζε ότι θα κατέστρεφε την οικογένειά σας.»
Άνοιξα τον φάκελο με τρεμάμενα χέρια.
Και καθώς διάβαζα τις πρώτες γραμμές, κατάλαβα ότι η ιστορία που είχα διηγηθεί στα κορίτσια για τη μητέρα τους ίσως να μην ήταν ολόκληρη η αλήθεια.
Γιατί δεκαοκτώ χρόνια πριν…
κάποιος είχε προσπαθήσει πραγματικά να πάρει τις κόρες μου μακριά μας.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ 4…

0 comments:
Post a Comment