ΜΕΡΟΣ 2 : ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΠΟΥ Η ΚΑΡΕΝ ΕΚΡΥΒΕ ΓΙΑ 18 ΧΡΟΝΙΑ
Το επόμενο πρωί, ξύπνησα πριν από όλους.
Δεν είχα κοιμηθεί σχεδόν καθόλου.
Η εικόνα της Κάρεν στεκόταν συνεχώς μπροστά στα μάτια μου.
Δεκαοκτώ χρόνια.
Και ξαφνικά είχε εμφανιστεί στη σημαντικότερη ημέρα της ζωής των κοριτσιών μας, κρατώντας δύο ημερολόγια και μια ιστορία που κανείς μας δεν γνώριζε.
Στις επτά το πρωί άκουσα βήματα από τον επάνω όροφο.
Η Μάγια και η Λίλα κατέβηκαν μαζί.
Δεν μιλούσαν.
Τα μάτια τους ήταν κόκκινα.
Κατάλαβα αμέσως ότι είχαν διαβάσει τα ημερολόγια.
«Θέλετε καφέ;» ρώτησα.
Η Μάγια κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
Η Λίλα κάθισε απέναντί μου.
Κρατούσε ακόμα το ημερολόγιο.
«Μπαμπά… πρέπει να σου δείξουμε κάτι.»
Η καρδιά μου σφίχτηκε.
«Τι;»
Η Μάγια άνοιξε το ημερολόγιο σε μια σελίδα που είχε ημερομηνία μόλις λίγες εβδομάδες μετά τη γέννησή τους.
«Διάβασέ το.»
Πήρα το ημερολόγιο.
Η πρώτη γραμμή με έκανε να παγώσω.
«Σήμερα πήγα ξανά στο νοσοκομείο. Δεν μπορώ να τα κοιτάξω χωρίς να φοβάμαι.»
Συνέχισα.
Η Κάρεν έγραφε για το πόσο τρομαγμένη ήταν.
Για το ότι ένιωθε πως δεν ήταν έτοιμη να γίνει μητέρα δύο παιδιών.
Για το ότι πίστευε πως θα αποτύγχανε.
Αλλά μετά ήρθε η φράση που δεν περίμενα.
«Ο Γιάννης λέει ότι θα τα μεγαλώσει μόνος του αν χρειαστεί. Δεν ξέρω αν τον πιστεύω. Δεν ξέρω αν έχω το θάρρος να του ζητήσω να το κάνει.»
Σήκωσα το βλέμμα.
«Αυτό δεν μου το είπε ποτέ.»
Η Λίλα ψιθύρισε:
«Υπάρχουν κι άλλα.»
Η Μάγια πήρε το ημερολόγιο.
«Διάβασε την επόμενη σελίδα.»
Εκεί η Κάρεν έγραφε ότι είχε φύγει από το σπίτι για λίγες ημέρες.
Όχι για να εγκαταλείψει τα παιδιά.
Ήθελε να ηρεμήσει.
Ήθελε να επιστρέψει.
Ήθελε να γίνει καλύτερη μητέρα.
Αλλά οι επόμενες σελίδες άλλαζαν.
Η αμφιβολία γινόταν φόβος.
Ο φόβος γινόταν απόσταση.
Και η απόσταση έγινε δεκαοκτώ χρόνια.
«Γιατί δεν γύρισες;» ψιθύρισα.
Η Μάγια με κοίταξε.
«Δεν τελειώνει εκεί.»
Γύρισε μερικές σελίδες.
Και τότε είδα το όνομά μου.
«Ο Γιάννης δεν ξέρει ότι προσπάθησα να επιστρέψω.»
Σταμάτησα.
«Τι;»
Η Λίλα πήρε το ημερολόγιο.
«Υπάρχει ημερομηνία.»
Ήταν τρεις μήνες μετά την εξαφάνισή της.
Η Κάρεν έγραφε:
«Στάθηκα απέναντι από το σπίτι. Τον είδα να κρατά τα κορίτσια. Έδειχνε εξαντλημένος. Ήθελα να χτυπήσω την πόρτα.»
Η επόμενη πρόταση ήταν σχεδόν δυσανάγνωστη.
«Δεν χτύπησα.»
«Γιατί;» ρώτησα.
Η Μάγια απάντησε:
«Διάβασε παρακάτω.»
Η Κάρεν είχε γράψει ότι φοβόταν πως αν επέστρεφε, θα κατέστρεφε τη σταθερότητα που είχα δημιουργήσει.
Πίστευε ότι τα παιδιά θα ήταν καλύτερα χωρίς μια μητέρα που δεν ήξερε πώς να παραμείνει.
Ύστερα, όμως, υπήρχε κάτι ακόμα.
Μια φωτογραφία.
Ήταν παλιά.
Εγώ καθόμουν σε μια πολυθρόνα κρατώντας τη μία κόρη μου, ενώ η άλλη κοιμόταν στο στήθος μου.
Δεν θυμόμουν καν ότι κάποιος μας είχε φωτογραφίσει.
Στο πίσω μέρος υπήρχε γραμμένο:
«Δεν θέλω να τους κλέψω τον πατέρα τους. Είναι ο μόνος άνθρωπος που δεν τους εγκατέλειψε.»
Ένιωσα έναν κόμπο στον λαιμό μου.
«Γιατί μου το δείχνετε αυτό;»
Η Λίλα έσκυψε μπροστά.
«Επειδή υπάρχει κάτι ακόμα.»
Άνοιξε το ημερολόγιο στη μέση.
Εκεί υπήρχαν γράμματα που η Κάρεν είχε γράψει αλλά δεν έστειλε ποτέ.
Ένα για τα πρώτα τους γενέθλια.
Ένα για τα πέμπτα.
Ένα για τα δέκατα.
Και ένα για τα δέκατα όγδοα.
Το τελευταίο ήταν γραμμένο μόλις λίγες ημέρες πριν από την αποφοίτηση.
«Αν εμφανιστώ, ίσως με μισήσουν. Αν δεν εμφανιστώ, θα συνεχίσω να είμαι το φάντασμα που τους άφησε. Δεν ξέρω ποια επιλογή είναι πιο εγωιστική.»
Η Μάγια έκλεισε τα μάτια.
«Δεν ξέρω τι να νιώσω.»
Πέρασα το χέρι μου πάνω από το τραπέζι.
«Δεν χρειάζεται να αποφασίσετε σήμερα.»
«Αλλά υπάρχει κάτι που δεν καταλαβαίνω», είπε.
«Τι;»
Με κοίταξε κατευθείαν.
«Γιατί στο γράμμα λέει ότι εσύ γνώριζες πως ήθελε να επιστρέψει;»
Πάγωσα.
«Δεν το γνώριζα.»
Η Λίλα γύρισε απότομα το ημερολόγιο προς το μέρος μου.
«Εδώ γράφει ότι κάποιος της είπε να μείνει μακριά.»
Κοίταξα τη σελίδα.
Η Κάρεν είχε γράψει μόνο ένα όνομα.
Ένα όνομα που δεν είχα ακούσει ποτέ.
«Ο Δρ. Μίλερ.»
Δεν ήξερα ποιος ήταν.
Η Κάρεν έγραφε ότι τον είχε συναντήσει όταν βρισκόταν σε θεραπεία.
Εκείνος την είχε πείσει ότι δεν ήταν έτοιμη να επιστρέψει.
Ότι τα παιδιά χρειάζονταν σταθερότητα.
Ότι εγώ ήμουν ήδη ο γονιός που είχαν ανάγκη.
Αλλά υπήρχε μια τελευταία σημείωση.
«Μου είπε να μην επικοινωνήσω μαζί τους μέχρι να μπορώ να αποδείξω ότι είμαι καλά. Δεν κατάλαβα ότι το “μέχρι τότε” μπορεί να κρατήσει δεκαοκτώ χρόνια.»
Κανείς μας δεν μίλησε.
Τότε η Μάγια σηκώθηκε.
«Πρέπει να τη δούμε.»
Η Λίλα την κοίταξε.
«Είσαι σίγουρη;»
«Όχι.»
Πήρε βαθιά ανάσα.
«Αλλά θέλω να ακούσω την αλήθεια από το στόμα της.»
Έσκυψε προς το μέρος μου.
«Και θέλω να είσαι κι εσύ εκεί.»
Το ίδιο απόγευμα, στείλαμε ένα μήνυμα στην Κάρεν.
«Θέλουμε να μιλήσουμε.»
Η απάντηση ήρθε μέσα σε λίγα λεπτά.
«Όποτε είστε έτοιμες.»
Συναντηθήκαμε σε ένα μικρό καφέ.
Η Κάρεν καθόταν ήδη εκεί.
Όταν είδε τα κορίτσια, σηκώθηκε.
Δεν τα αγκάλιασε.
Δεν προσπάθησε να τα αγγίξει.
Απλώς περίμενε.
Η Μάγια κάθισε απέναντί της.
«Διαβάσαμε τα ημερολόγια.»
Η Κάρεν έγνεψε.
«Όλα;»
«Όλα.»
«Τότε ξέρετε πόσο πολύ σας αγαπούσα.»
Η Λίλα κούνησε αργά το κεφάλι.
«Ξέρουμε ότι μας αγαπούσες.»
Σταμάτησε.
«Αλλά δεν ξέρουμε ακόμα γιατί δεν γύρισες.»
Η Κάρεν άρχισε να κλαίει.
«Γιατί φοβόμουν.»
«Εμάς;»
«Όχι.»
Κοίταξε εμένα.
«Τον εαυτό μου.»
Και τότε αποκάλυψε κάτι που δεν υπήρχε σε κανένα από τα ημερολόγια.
Κάτι που είχε κρατήσει κρυφό ακόμα και από τον πατέρα τους.
«Δεν έφυγα μόνο επειδή φοβόμουν ότι θα αποτύχω ως μητέρα», είπε.
«Έφυγα επειδή πίστευα ότι αν έμενα, κάποια μέρα θα σας έκανα κακό.»
Η Μάγια συνοφρυώθηκε.
«Τι εννοείς;»
Η Κάρεν πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Είχα μεγαλώσει σε ένα σπίτι όπου η μητέρα μου με κακοποιούσε. Όταν γεννηθήκατε, άρχισα να φοβάμαι ότι θα γινόμουν ίδια.»
Η Λίλα έμεινε ακίνητη.
Η Κάρεν έσκυψε το κεφάλι.
«Και τότε έκανα τη χειρότερη επιλογή της ζωής μου.»
Σήκωσε τα μάτια της.
«Έφυγα πριν προλάβω να γίνω αυτό που φοβόμουν.»
Η Μάγια ψιθύρισε:
«Αλλά δεν γύρισες ποτέ.»
«Όχι.»
«Γιατί;»
Η Κάρεν δεν απάντησε αμέσως.
Μετά κοίταξε εμένα.
«Γιατί ο πατέρας σας έγινε αυτό που εγώ δεν πίστευα ότι μπορούσα να γίνω.»
«Τι;» ρώτησα.
«Ο γονιός που δεν εγκατέλειψε ποτέ.»
Και τότε έβγαλε από την τσάντα της έναν παλιό φάκελο.
«Αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που δεν σας έχω δείξει.»
Το ακούμπησε στο τραπέζι.
Πάνω του υπήρχε το όνομά μου.
Και η ημερομηνία ήταν δεκαοκτώ χρόνια παλιά.
Η Μάγια άπλωσε το χέρι της.
«Τι είναι αυτό;»
Η Κάρεν ψιθύρισε:
«Ένα γράμμα που έγραψα στον πατέρα σας τη νύχτα που έφυγα.»
«Γιατί δεν το έστειλες;»
Η Κάρεν κοίταξε τον φάκελο.
«Γιατί μέσα του υπάρχει η αλήθεια για το γιατί έφυγα.»
Η Λίλα τον πήρε.
Και πριν τον ανοίξει, η Κάρεν είπε κάτι που μας έκανε όλους να παγώσουμε:
«Αλλά υπάρχει κάτι μέσα σε αυτό το γράμμα που ούτε ο πατέρας σας γνωρίζει.»
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment