Top Ad 728x90

Monday, August 10, 2026

ΜΕΡΟΣ 2 — «Το σημείωμα κάτω από το πιάτο με έκανε να ψάξω την αλήθεια»

 


ΜΕΡΟΣ 2 — «Το σημείωμα κάτω από το πιάτο με έκανε να ψάξω την αλήθεια»

Έκρυψα το σημείωμα στην τσέπη μου.

Δεν ήθελα κανείς να το δει.

Για πρώτη φορά μετά από μήνες, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά.

«Μπαμπά, συγγνώμη που άργησα τόσο.»

Ποιος το είχε γράψει;

Η Ελένη;

Ο Μάρκος;

Η Σοφία;

Ή μήπως κάποιος που δεν γνώριζα;

Κοίταξα προς την κουζίνα.

Μια νεαρή υπάλληλος έβγαινε από την πόρτα κρατώντας ένα καρότσι.

«Συγγνώμη», της είπα.

Σταμάτησε.

«Ναι, κύριε Νικόλα;»

«Τα ραβιόλι… ποιος τα έφτιαξε;»

Το χαμόγελό της εξαφανίστηκε.

Για ένα δευτερόλεπτο φάνηκε τρομαγμένη.

Μετά είπε:

«Δεν ξέρω.»

«Ξέρεις.»

«Πραγματικά δεν μπορώ να σας πω.»

«Σε παρακαλώ.»

Με κοίταξε στα μάτια.

«Μερικές φορές είναι καλύτερο να αφήνουμε τους ανθρώπους να αποφασίζουν μόνοι τους πότε είναι έτοιμοι.»

Έφυγε.

Και τότε κατάλαβα πως αυτό δεν ήταν τυχαίο.

Το ίδιο βράδυ, δεν μπορούσα να κοιμηθώ.

Έβγαλα το σημείωμα από το συρτάρι.

Το διάβασα ξανά.

Κάτι στη γραφή μού φαινόταν γνώριμο.

Δεν μπορούσα να καταλάβω ποιανού ήταν.

Στις δύο τα ξημερώματα, σηκώθηκα από το κρεβάτι και πήγα στον διάδρομο.

Το γηροκομείο ήταν σχεδόν σκοτεινό.

Περπατούσα αργά με το μπαστούνι μου.

Τότε άκουσα μια φωνή από την κουζίνα.

Μια γυναίκα μιλούσε χαμηλόφωνα.

«Δεν πρέπει να τον αφήσουμε να μάθει ακόμα.»

Σταμάτησα.

Άλλη φωνή απάντησε:

«Έχει ήδη αρχίσει να υποψιάζεται.»

Πλησίασα.

Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη.

Και τότε άκουσα το όνομά μου.

«Ο κύριος Νικόλας πρέπει να μάθει την αλήθεια.»

Η καρδιά μου χτύπησε τόσο δυνατά που φοβήθηκα πως θα με ακούσουν.

Έκανα ένα βήμα πίσω.

Το πόδι μου χτύπησε σε μια καρέκλα.

Οι φωνές σταμάτησαν.

Γύρισα γρήγορα στο δωμάτιό μου.

Λίγα λεπτά αργότερα, κάποιος χτύπησε την πόρτα.

Ήταν η διευθύντρια.

«Κύριε Νικόλα, είστε καλά;»

«Ναι.»

«Ακούσατε κάτι;»

«Όχι.»

Με κοίταξε για αρκετά δευτερόλεπτα.

Μετά χαμογέλασε.

«Καλό σας βράδυ.»

Όταν έκλεισε την πόρτα, είδα έναν φάκελο κάτω από αυτή.

Τον άνοιξα.

Μέσα υπήρχε μια παλιά φωτογραφία.

Ήμουν εγώ.

Η Μαρία.

Και τα τρία παιδιά μας.

Ήταν από τα Χριστούγεννα, πριν από περίπου είκοσι χρόνια.

Στην πίσω πλευρά υπήρχε ένα δεύτερο μήνυμα.

«Δεν σε εγκατέλειψαν όλοι.»

Έμεινα ακίνητος.

Τότε το τηλέφωνο του δωματίου μου χτύπησε.

Σήκωσα το ακουστικό.

Κανείς δεν μιλούσε.

Μόνο μια ανάσα.

«Ποιος είναι;»

Σιωπή.

«Ποιος είσαι;»

Και τότε μια γυναικεία φωνή ψιθύρισε:

«Μπαμπά…»

Η γραμμή έκλεισε.

 ⬇️ ΜΕΡΟΣ 3 ⬇️














0 comments:

Post a Comment

Top Ad 728x90