Top Ad 728x90

Monday, August 24, 2026

ΜΕΡΟΣ 2 — «Το γράμμα έλεγε ότι ο Νώε μπήκε στη ζωή μου για έναν λόγο — αλλά η μητέρα μου με διέταξε να μην του πω ότι είχα μάθει την αλήθεια»

 

ΜΕΡΟΣ 2 — «Το γράμμα έλεγε ότι ο Νώε μπήκε στη ζωή μου για έναν λόγο — αλλά η μητέρα μου με διέταξε να μην του πω ότι είχα μάθει την αλήθεια»

Για μερικά δευτερόλεπτα, δεν μπορούσα να κουνηθώ.

Το γράμμα ήταν ακόμα στα χέρια μου.

Η φωνή του Νώε ακουγόταν πίσω από την πόρτα.

«Χριστίνα;»

Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά, που σχεδόν πίστευα ότι μπορούσε να την ακούσει.

Κοίταξα τη μητέρα μου.

«Τι ακριβώς μου ζητάς να κάνω;»

«Να πας στον χορό.»

«Μετά από αυτό;»

«Ναι.»

«Και να προσποιηθώ ότι δεν ξέρω τίποτα;»

Η μητέρα μου έγνεψε.

«Μόνο για απόψε.»

«Γιατί;»

Έσκυψε το κεφάλι.

«Γιατί αν ο Νώε καταλάβει ότι διάβασες το γράμμα πριν μιλήσει ο ίδιος, μπορεί να κλειστεί στον εαυτό του. Και δεν θέλω να χάσεις την ευκαιρία να ακούσεις την αλήθεια από εκείνον.»

«Άρα ξέρει;»

Η μητέρα μου δεν απάντησε.

Αυτό ήταν απάντηση από μόνο του.

Ο Νώε χτύπησε ξανά.

«Χριστίνα; Όλα καλά;»

Πήρα βαθιά ανάσα.

«Ναι! Έρχομαι!»

Η φωνή μου ακούστηκε σχεδόν φυσιολογική.

Σχεδόν.

Έβαλα το γράμμα πίσω στον φάκελο.

Η μητέρα μου το πήρε και το έκρυψε μέσα στο συρτάρι.

Μετά με κοίταξε.

«Ό,τι κι αν ακούσεις απόψε, θυμήσου ένα πράγμα.»

«Τι;»

«Μην κρίνεις τον Νώε πριν ακούσεις ολόκληρη την ιστορία.»

Άνοιξα την πόρτα.

Και εκείνος στεκόταν απέναντί μου.

Χαμογελαστός.

Με το κορσάζ στο χέρι.

«Ουάου.»

Έσκυψα το κεφάλι.

«Τι;»

«Είσαι πανέμορφη.»

Χαμογέλασα.

«Κι εσύ δεν φαίνεσαι σαν πατάτα με μπράτσα.»

Έμεινε ακίνητος για ένα δευτερόλεπτο.

Μετά άνοιξε τα μάτια.

«Θυμάσαι;»

«Τα θυμάμαι όλα.»

Δεν ήξερα τότε πόσο σημαντική θα γινόταν αυτή η φράση.


Στο αυτοκίνητο προς τον χορό, ο Νώε μιλούσε ασταμάτητα.

Είχε προγραμματίσει τα πάντα.

Πού θα παρκάρουμε.

Ποια τραγούδια ήθελε να ακούσει.

Πότε θα φάμε.

Πότε θα βγάλουμε φωτογραφίες.

Και φυσικά, ποια στιγμή θα έπρεπε να πάμε στην πίστα.

«Έχω σχέδιο», είπε.

«Φοβάμαι ήδη.»

«Στις εννιά χορεύουμε.»

«Εντάξει.»

«Στις εννιά και μισή τρώμε.»

«Εντάξει.»

«Στις δέκα βγάζουμε φωτογραφίες.»

«Και μετά;»

Με κοίταξε σοβαρά.

«Μετά τηρούμε την υπόσχεση.»

Το χαμόγελό μου πάγωσε.

«Ποια υπόσχεση;»

«Από όταν ήμασταν έξι.»

Το βλέμμα του μαλάκωσε.

«Δεν την ξέχασα ποτέ.»

Κατέβασα τα μάτια.

«Ούτε εγώ.»

Αλλά μέσα μου ήξερα πλέον ότι η υπόσχεση είχε ένα κομμάτι που δεν γνώριζα.

Και αυτό το κομμάτι είχε ξεκινήσει πριν καν καταλάβω τι σημαίνει φιλία.


Ο χορός ήταν γεμάτος φώτα.

Μουσική.

Φωνές.

Φωτογραφίες.

Γέλια.

Για λίγες ώρες, προσπάθησα πραγματικά να ξεχάσω το γράμμα.

Και το κατάφερα.

Γιατί ο Νώε ήταν ο Νώε.

Έκανε αστεία.

Χόρεψε υπερβολικά άσχημα.

Παραλίγο να ρίξει ένα ποτήρι.

Μετά με κοίταξε και είπε:

«Μην το πεις στη μαμά σου.»

«Θα της το πω πρώτο πράγμα.»

«Προδότρια.»

Γέλασα.

Και για μια στιγμή όλα ήταν όπως πριν.

Μέχρι που είδα έναν άντρα στην άλλη πλευρά της αίθουσας.

Ήταν μεγαλύτερος.

Ίσως γύρω στα πενήντα.

Και κοιτούσε επίμονα τον Νώε.

Όχι σαν κάποιος που τον αναγνώρισε τυχαία.

Σαν κάποιος που περίμενε να τον δει.

«Νώε.»

«Ναι;»

«Γνωρίζεις αυτόν τον άντρα;»

Γύρισε.

Μόλις τον είδε, το χαμόγελό του εξαφανίστηκε.

«Όχι.»

Το είπε πολύ γρήγορα.

Πάρα πολύ γρήγορα.

«Είσαι σίγουρος;»

«Ναι.»

Ο άντρας δεν πλησίασε.

Απλώς γύρισε και έφυγε.

Ο Νώε έπιασε το χέρι μου.

«Πάμε.»

«Πού;»

«Έξω.»


Μόλις βγήκαμε στον διάδρομο, τον σταμάτησα.

«Ποιος ήταν;»

«Δεν ξέρω.»

«Νώε.»

«Δεν ξέρω, Χριστίνα.»

Για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ, η φωνή του δεν ήταν παιχνιδιάρικη.

«Αλλά ξέρω ότι πρέπει να σου πω κάτι.»

Η καρδιά μου σταμάτησε.

«Τι;»

Με κοίταξε για αρκετά δευτερόλεπτα.

«Η μαμά σου σου μίλησε πριν κατέβεις, έτσι δεν είναι;»

Δεν απάντησα.

Τα μάτια του άλλαξαν.

«Το ήξερα.»

«Τι ήξερες;»

«Ότι κάποια μέρα θα ερχόταν αυτή η στιγμή.»

Έκανε ένα βήμα πίσω.

«Αλλά δεν περίμενα να είναι απόψε.»

«Τι μου κρύβεις;»

Ο Νώε κοίταξε κάτω.

«Δεν μπορώ να σου το πω εδώ.»

«Γιατί;»

«Γιατί αν το πω, δεν θα μπορέσεις να το πάρεις πίσω.»

«Τότε πες το.»

«Όχι.»

«Νώε!»

«Σου ορκίζομαι ότι δεν είναι επειδή δεν σε εμπιστεύομαι.»

«Τότε γιατί;»

Με κοίταξε στα μάτια.

«Επειδή όταν ήσουν έξι, κάποιος σου έκανε μια υπόσχεση πριν από εμένα.»

Πάγωσα.

«Ποιος;»

Δεν απάντησε.

«Νώε, ποιος;»

«Ο πατέρας σου.»

Ένιωσα το σώμα μου να παγώνει.

Ο πατέρας μου;

Ο άνθρωπος που είχε φύγει από τη ζωή μου όταν ήμουν μικρή;

«Τι σχέση έχει ο μπαμπάς μου με σένα;»

Ο Νώε έκλεισε τα μάτια.

«Πολύ μεγαλύτερη απ' όση νομίζεις.»


Εκείνο το βράδυ δεν χορέψαμε για αρκετή ώρα.

Καθίσαμε έξω από την αίθουσα.

Και ο Νώε μου είπε μόνο όσα μπορούσε.

Ο πατέρας μου είχε γνωρίσει την οικογένειά του χρόνια πριν.

Υπήρχε ένα περιστατικό.

Ένα ατύχημα.

Ένα νοσοκομείο.

Και μια υπόσχεση.

«Τι ατύχημα;»

«Δεν μπορώ να σου πω.»

«Γιατί;»

«Γιατί η μαμά σου πρέπει να στο πει.»

«Γιατί η δική μου μαμά ξέρει πράγματα για τη ζωή σου;»

Ο Νώε αναστέναξε.

«Γιατί οι οικογένειές μας συνδέθηκαν πολύ πριν γνωριστούμε.»

Ένιωσα ένα ρίγος.

«Και εσύ;»

«Εγώ τι;»

«Γιατί έγινα φίλη σου;»

Ο Νώε χαμογέλασε θλιμμένα.

«Στην αρχή δεν ήξερες τίποτα.»

«Αυτό δεν απαντάει στην ερώτησή μου.»

«Όχι. Δεν την απαντάει.»

Έπειτα πρόσθεσε:

«Αλλά όταν σε γνώρισα πραγματικά… δεν χρειαζόμουν κανέναν λόγο για να μείνω.»

Αυτή η φράση με διέλυσε.

Γιατί ξαφνικά δεν ήξερα ποια κομμάτια της φιλίας μας ήταν πραγματικά και ποια είχαν ξεκινήσει από ένα μυστικό.


Όταν επέστρεψα σπίτι, η μητέρα μου περίμενε στο σαλόνι.

Δεν κοιμόταν.

Ούτε είχε αλλάξει ρούχα.

Ήξερε ότι θα επέστρεφα με ερωτήσεις.

Μόλις με είδε, σηκώθηκε.

«Σου μίλησε;»

«Λίγο.»

«Τι σου είπε;»

«Ότι ο μπαμπάς εμπλέκεται.»

Η μητέρα μου έκλεισε τα μάτια.

«Το φοβόμουν.»

«Θέλω όλη την αλήθεια.»

«Θα την πάρεις.»

«Τώρα.»

Η μητέρα μου πήγε προς το συρτάρι.

Έβγαλε τον φάκελο.

Αλλά αυτή τη φορά δεν μου έδωσε το γράμμα.

Έβγαλε μια δεύτερη φωτογραφία.

Ήταν παλιά.

Πολύ παλιά.

Στη φωτογραφία υπήρχαν τρεις άνθρωποι.

Ο πατέρας μου.

Η μητέρα του Νώε.

Και ένας τρίτος άντρας.

Δεν τον αναγνώριζα.

«Ποιος είναι αυτός;»

Η μητέρα μου ψιθύρισε:

«Ο άντρας που είδες στον χορό.»

Το αίμα μου πάγωσε.

«Ποιος είναι;»

Η μητέρα μου με κοίταξε.

«Ο άνθρωπος που όλοι πιστεύαμε ότι δεν θα ξαναδούμε ποτέ.»

«Γιατί;»

«Επειδή εκείνη τη χρονιά…»

Σταμάτησε.

Και τότε χτύπησε το τηλέφωνό της.

Κοίταξε την οθόνη.

Το πρόσωπό της άσπρισε.

«Ποιος είναι;» ρώτησα.

Δεν απάντησε.

Το τηλέφωνο συνέχισε να χτυπά.

Και στην οθόνη εμφανιζόταν ένας αριθμός που δεν υπήρχε στις επαφές της.

Η μητέρα μου το σήκωσε.

«Εμπρός;»

Ακούσαμε μια αντρική φωνή.

Μόνο μία πρόταση.

«Ήρθε η ώρα να της πεις τι συνέβη εκείνο το βράδυ.»

Η μητέρα μου άφησε το τηλέφωνο να πέσει.

Κι εγώ κατάλαβα ότι το μυστικό δεν αφορούσε μόνο τον Νώε.

Αφορούσε την οικογένειά μου.

Και ίσως…

τον λόγο που ο πατέρας μου έφυγε από τη ζωή μας.

Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

 ⬇️ ΜΕΡΟΣ 3 ⬇️

 ⬆️ ΠΙΣΩ ⬆️












0 comments:

Post a Comment

Top Ad 728x90