ΜΕΡΟΣ 3 — Η ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΝΟΜΙΣΑΝ ΟΤΙ ΘΑ ΧΩΡΙΣΟΥΝ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ
Τα χρόνια πέρασαν.
Τα παιδιά μεγάλωσαν.
Το σπίτι έγινε μεγαλύτερο.
Αλλά η ζωή δεν τους χάριζε μόνο χαρές.
Μια νύχτα, ο Ανδρέας επέστρεψε σπίτι θυμωμένος.
Είχε χάσει τη δουλειά του.
Δεν είχε αρκετά χρήματα.
Τα χρέη είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται.
«Δεν μπορώ άλλο», είπε.
Η Ελένη στάθηκε απέναντί του.
«Τι εννοείς;»
«Απέτυχα.»
«Δεν απέτυχες.»
«Δεν μπορώ να σας προσφέρω τίποτα.»
Η Ελένη τον πλησίασε.
«Μου προσφέρεις εσένα.»
«Αυτό δεν φτάνει.»
«Για μένα φτάνει.»
Εκείνος κατέρρευσε στην αγκαλιά της.
Εκείνο το βράδυ, για πρώτη φορά, η Ελένη τον είδε να κλαίει.
Δεν του είπε να είναι δυνατός.
Δεν του είπε να σταματήσει.
Απλώς κάθισε δίπλα του.
Και κράτησε το χέρι του.
«Θα το περάσουμε μαζί.»
«Κι αν δεν τα καταφέρουμε;»
«Τότε θα αποτύχουμε μαζί.»
Και τελικά τα κατάφεραν.
Όχι επειδή έγιναν πλούσιοι.
Αλλά επειδή δεν εγκατέλειψαν ο ένας τον άλλον.
Τα παιδιά τους μεγάλωσαν.
Έφυγαν από το σπίτι.
Έκαναν δικές τους οικογένειες.
Και ξαφνικά το μεγάλο σπίτι έγινε σιωπηλό.
Ο Ανδρέας και η Ελένη έμειναν μόνοι.
Μια Κυριακή, ο Ανδρέας κοίταξε γύρω του.
«Πού πήγαν όλοι;»
Η Ελένη χαμογέλασε.
«Μεγάλωσαν.»
«Τόσο γρήγορα;»
«Όχι.»
Τον κοίταξε στα μάτια.
«Εμείς μεγαλώσαμε αργά. Εκείνοι μεγάλωσαν γρήγορα.»
Εκείνο το βράδυ χόρεψαν στην κουζίνα.
Χωρίς μουσική.
Χωρίς ιδιαίτερο λόγο.
Απλώς επειδή μπορούσαν.
Και τότε η Ελένη του είπε:
«Θέλω όταν πεθάνω να θυμάσαι κάτι.»
«Μη λες τέτοια.»
«Άκουσέ με.»
Ο Ανδρέας σώπασε.
«Αν φύγω πρώτη, μην κλειστείς στη σιωπή.»
Εκείνος έσφιξε το χέρι της.
«Δεν θα φύγεις πρώτη.»
«Δεν το ξέρουμε αυτό.»
Εκείνη η συζήτηση έμεινε μέσα του για πάντα.
Γιατί δεκαετίες αργότερα, θα ήταν η μόνη υπόσχεση που δεν θα μπορούσε να τηρήσει εύκολα.

0 comments:
Post a Comment