ΜΕΡΟΣ 6 — Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΥΝΗΓΗΣΕ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΠΟΘΗΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΠΟΥ ΑΠΟΔΕΙΞΕ ΟΤΙ Η ΝΤΟΡΙΣ ΕΙΧΕ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ
Η πόρτα άνοιξε απότομα.
Ένας άντρας στεκόταν στην είσοδο.
Ήταν γύρω στα εξήντα.
Γκρίζα μαλλιά.
Σκούρο παλτό.
Και ένα βλέμμα που δεν μου άρεσε καθόλου.
«Ποια είσαι;»
Δεν απάντησα.
Η Ελέιν στάθηκε μπροστά μου.
«Φύγε.»
Ο άντρας χαμογέλασε.
«Η Ντόρις τελικά πέθανε.»
Το αίμα μου πάγωσε.
«Πώς ξέρεις τη μητέρα μου;»
Δεν απάντησε.
Κοίταξε τον φάκελο στα χέρια μου.
«Αυτό πρέπει να μου το δώσεις.»
«Όχι.»
Το χαμόγελό του εξαφανίστηκε.
«Δεν καταλαβαίνεις τι κρατάς.»
«Καταλαβαίνω αρκετά.»
Έκανε ένα βήμα προς εμάς.
Η Ελέιν με τράβηξε πίσω.
«Τρέξε.»
Βγήκαμε από μια δεύτερη πόρτα στο πίσω μέρος.
Τρέξαμε μέχρι το αυτοκίνητο.
Δεν σταματήσαμε μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι.
Ο Τομ μας περίμενε.
Μόλις μας είδε, σηκώθηκε.
«Τι έγινε;»
«Κάποιος μας ακολούθησε.»
Του είπαμε τα πάντα.
Ο Τομ πήρε τον φάκελο.
«Πρέπει να το παραδώσουμε στις αρχές.»
Η Ελέιν έγνεψε.
«Ναι.»
Αλλά εγώ σκέφτηκα τη μητέρα μου.
«Γιατί δεν το έκανε εκείνη;»
Η Ελέιν απάντησε:
«Ίσως επειδή φοβόταν ότι θα σε έβαζε σε κίνδυνο.»
Τότε βρήκαμε ένα ακόμη χαρτί.
Ήταν κρυμμένο μέσα στη φόδρα του φακέλου.
Μια μικρή σημείωση.
Με τον γραφικό χαρακτήρα της Ντόρις.
«Αν κάποιος ψάξει αυτά τα έγγραφα μετά τον θάνατό μου, τότε δεν κατάφερα να τελειώσω αυτό που ξεκίνησα.»
Από κάτω υπήρχε μια διεύθυνση.
Και μια ημερομηνία.
Η ημερομηνία ήταν πριν από είκοσι εννέα χρόνια.
Η διεύθυνση οδηγούσε σε ένα παλιό δικηγορικό γραφείο.
Την επόμενη μέρα πήγαμε εκεί.
Ο δικηγόρος που βρήκαμε ήταν ηλικιωμένος.
Μόλις είδε το όνομα Ντόρις, άλλαξε έκφραση.
«Πέρασαν πολλά χρόνια.»
«Τη γνωρίζατε;»
«Ναι.»
«Τι έκανε εδώ;»
Ο άντρας δίστασε.
«Μου ζήτησε να κρατήσω κάτι.»
«Τι;»
«Μια διαθήκη.»
Έμεινα ακίνητη.
«Διαθήκη;»
«Όχι ακριβώς.»
Έφερε έναν φάκελο.
«Ήταν μια επιστολή.»
Τον άνοιξε.
Μέσα υπήρχε ένα έγγραφο.
Η μητέρα μου είχε αφήσει σαφείς οδηγίες.
Αν πέθαινε, τα έγγραφα θα έπρεπε να δοθούν σε εμένα.
Και υπήρχε μια ακόμη παράγραφος.
«Η κόρη μου πρέπει να μάθει την αλήθεια μόνο όταν είναι αρκετά δυνατή για να την αντέξει.»
Ένιωσα δάκρυα στα μάτια μου.
«Πίστευε ότι δεν ήμουν αρκετά δυνατή;»
Ο δικηγόρος κούνησε το κεφάλι.
«Πίστευε ότι ήσουν πολύ νέα.»
«Και τώρα;»
«Τώρα δεν είναι εδώ για να αποφασίσει.»
Μου έδωσε το τελευταίο έγγραφο.
Εκεί υπήρχε το πλήρες όνομα του πατέρα μου.
Για πρώτη φορά.
Ντάνιελ Κρόφορντ.
Και από κάτω:
«Σε περίπτωση που η Μέιβ θελήσει να μάθει πού βρίσκεται.»
Υπήρχε μια διεύθυνση.
Σήκωσα τα μάτια.
«Είναι ζωντανός;»
Ο δικηγόρος δεν απάντησε αμέσως.
«Δεν ξέρω.»
Η Ελέιν πήρε το έγγραφο.
«Δεν πρέπει να τον ψάξεις.»
«Γιατί;»
«Επειδή αυτό ήθελε η Ντόρις.»
«Αλλά η μαμά πέθανε.»
Η φωνή μου έσπασε.
«Δεν μπορώ να περάσω όλη μου τη ζωή φοβούμενη έναν άνθρωπο που δεν έχω γνωρίσει ποτέ.»
Ο Τομ έπιασε το χέρι μου.
«Δεν χρειάζεται να τον φοβάσαι.»
Ο δικηγόρος μας κοίταξε.
«Αν θέλετε να μάθετε την αλήθεια, θα πρέπει να μάθετε πρώτα γιατί η Ντόρις τον φοβόταν.»
Και τότε μας είπε κάτι που κανείς μας δεν περίμενε.
«Ο Ντάνιελ δεν ήταν μόνο απατεώνας.»
«Τι ήταν;»
Ο δικηγόρος χαμήλωσε τη φωνή.
«Ήταν πληροφοριοδότης μιας μεγάλης οικονομικής έρευνας.»
Η Ελέιν συνοφρυώθηκε.
«Τότε γιατί τον κυνηγούσαν;»
«Επειδή είχε κλέψει στοιχεία.»
«Από ποιον;»
Ο δικηγόρος μας κοίταξε.
«Από ανθρώπους πολύ πιο ισχυρούς από εκείνον.»
Και ξαφνικά όλα άλλαξαν.
Η μητέρα μου δεν είχε κρύψει ένα οικογενειακό μυστικό.
Είχε κρύψει μια ιστορία που μπορούσε να καταστρέψει ανθρώπους.
Και ίσως κάποιος να ήθελε ακόμα να την κρύψει.

0 comments:
Post a Comment