ΜΕΡΟΣ 7 — Η ΡΕΪΒΕΝ ΜΑΣ ΕΙΠΕ ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΝΤΟΡΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΤΟΛΜΟΥΣΕ ΝΑ ΠΡΟΦΕΡΕΙ
Επέστρεψα στη Ρέιβεν.
Αυτή τη φορά δεν ήμουν θυμωμένη.
Ήμουν εξαντλημένη.
«Ξέρεις περισσότερα.»
Η Ρέιβεν δεν προσπάθησε να το αρνηθεί.
«Ναι.»
«Τότε πες μου.»
«Η Ντόρις μου ζήτησε να μη σου πω τίποτα όσο ζούσε.»
«Δεν ζει πια.»
«Το ξέρω.»
«Άρα μίλα.»
Η Ρέιβεν κάθισε.
«Πριν από δύο χρόνια, η Ντόρις μου έδωσε έναν φάκελο.»
«Τι είχε μέσα;»
«Μια φωτογραφία.»
«Ποιανού;»
Η Ρέιβεν έβγαλε μια φωτογραφία.
Ήταν ο ίδιος άντρας που είχα δει στην παλιά φωτογραφία.
Ο πατέρας μου.
Αλλά αυτή τη φορά υπήρχε και ένας δεύτερος άντρας.
«Ποιος είναι αυτός;»
Η Ρέιβεν απάντησε:
«Ο άνθρωπος που η Ντόρις φοβόταν περισσότερο.»
«Ποιος;»
«Ο Ρίτσαρντ Χέιλ.»
Το όνομα δεν μου έλεγε τίποτα.
«Ήταν επιχειρηματίας.»
«Και;»
«Είχε συνεργαστεί με τον πατέρα σου.»
«Σε τι;»
«Σε μια τεράστια οικονομική απάτη.»
Η Ρέιβεν συνέχισε.
«Ο πατέρας σου κάποια στιγμή αποφάσισε να αποκαλύψει τα πάντα. Η Ντόρις το έμαθε. Προσπάθησε να τον πείσει να φύγει.»
«Και τι έγινε;»
«Εξαφανίστηκε.»
«Ο πατέρας μου;»
«Ναι.»
«Και η μαμά;»
«Έμεινε μόνη με εσένα.»
Τότε κατάλαβα κάτι.
«Ο άντρας στην αποθήκη...»
«Ίσως να δούλευε για τον Χέιλ.»
«Πώς το ξέρεις;»
«Δεν το ξέρω.»
«Τότε γιατί φοβάσαι;»
Η Ρέιβεν κοίταξε κάτω.
«Επειδή πριν από έξι μήνες, η Ντόρις μου είπε κάτι.»
«Τι;»
«Ότι κάποιος την παρακολουθούσε.»
Ένιωσα ανατριχίλα.
«Γιατί δεν μου το είπε;»
«Επειδή δεν ήθελε να σε τρομάξει.»
«Και εσύ;»
«Μου ζήτησε να είμαι κοντά της.»
Τώρα κατάλαβα τα Σάββατα.
Δεν ήταν απλώς φιλία.
Η Ρέιβεν την προστάτευε.
«Γι' αυτό ερχόσουν κάθε εβδομάδα;»
«Ναι.»
«Και το ξύλινο κουτί;»
Η Ρέιβεν χαμογέλασε.
«Είχε γράμματα.»
«Στην Ελέιν;»
«Ναι.»
«Και ήθελε να συμφιλιωθούν;»
«Πάντα.»
«Γιατί;»
Η Ρέιβεν απάντησε:
«Επειδή η Ντόρις φοβόταν ότι κάποια μέρα θα πέθαινε και θα άφηνε πίσω της δύο αδερφές που αγαπιούνταν αλλά δεν μιλούσαν.»
Έκλεισα τα μάτια.
Αυτό ήταν τόσο απλό.
Και τόσο τραγικό.
Η μητέρα μου δεν προσπαθούσε να δημιουργήσει μια μυστική ζωή.
Προσπαθούσε να διορθώσει όσα μπορούσε πριν φύγει.
«Και το κλειδί;»
«Σου το έδωσα γιατί μου το ζήτησε.»
«Τι άλλο σου είπε;»
Η Ρέιβεν δίστασε.
«Μου είπε ότι αν κάποιος εμφανιστεί μετά τον θάνατό της, πρέπει να προσέξεις ένα πράγμα.»
«Ποιο;»
«Αν σε ρωτήσει για την Ελέιν.»
Πάγωσα.
«Γιατί;»
«Επειδή η Ντόρις πίστευε ότι ο άνθρωπος που ψάχνει τα έγγραφα θα προσπαθήσει να μάθει ποιος γνωρίζει την ιστορία.»
Εκείνη τη στιγμή το τηλέφωνό μου χτύπησε.
Ήταν η Ελέιν.
Απάντησα.
«Μέιβ, πρέπει να έρθεις αμέσως.»
«Τι έγινε;»
«Κάποιος ήταν έξω από το σπίτι μου.»
«Ποιος;»
«Δεν ξέρω.»
«Τον είδες;»
«Ναι.»
«Πώς έμοιαζε;»
Σιωπή.
«Ήταν ο ίδιος άντρας που είδαμε στην αποθήκη.»
Ένιωσα το αίμα να παγώνει.
«Είσαι ασφαλής;»
«Ναι.»
«Κλείδωσε όλες τις πόρτες.»
«Μέιβ...»
«Τι;»
«Άφησε κάτι στην πόρτα.»
«Τι;»
«Ένα φάκελο.»
«Τι γράφει;»
Η Ελέιν πήρε ανάσα.
«Το όνομά σου.»

0 comments:
Post a Comment