ΜΕΡΟΣ 6 — Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΣΤΑΜΑΤΗΣΑΝ ΝΑ ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ «ΧΡΟΝΟ» ΚΑΙ ΑΡΧΙΣΑΝ ΝΑ ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ «ΕΠΟΜΕΝΑ ΒΗΜΑΤΑ»
Οι πρώτες εβδομάδες της θεραπείας ήταν δύσκολες.
Πολύ δύσκολες.
Υπήρχαν στιγμές που νόμιζα ότι δεν θα αντέξω.
Αλλά η Σόφι συνέχιζε.
Κάθε πρωί έβαζε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό κοχύλι από το ταξίδι.
«Γιατί το κάνεις αυτό;» τη ρώτησα.
«Για να θυμάμαι ότι υπάρχει κόσμος έξω από εδώ.»
Έπειτα έβαζε το κοχύλι πίσω.
«Και ότι θα ξαναπάω.»
Μια μέρα ο γιατρός μπήκε στο δωμάτιο.
Κρατούσε τα αποτελέσματα.
Δεν χαμογελούσε.
Δεν ήξερα τι να σκεφτώ.
«Έχουμε κάτι ενδιαφέρον.»
Σηκώθηκα.
«Τι;»
«Οι τελευταίες εξετάσεις δείχνουν ότι η νόσος δεν έχει προχωρήσει.»
Δεν μιλούσα.
«Και υπάρχουν ενδείξεις ότι η θεραπεία έχει αποτέλεσμα.»
Έβαλα το χέρι στο στόμα μου.
«Δηλαδή...»
«Δηλαδή συνεχίζουμε.»
Η Σόφι άκουγε.
«Μπορώ να ξαναπάω στον ωκεανό;»
Ο γιατρός χαμογέλασε.
«Αν το επιτρέψει η θεραπεία, ναι.»
Η Σόφι σήκωσε τα χέρια της.
«Τότε κερδίσαμε!»
Ο γιατρός γέλασε.
«Δεν τελειώσαμε ακόμα.»
«Αλλά δεν χάσαμε.»
Τον κοίταξα.
Εκείνος έγνεψε.
«Όχι. Δεν χάσαμε.»
Εκείνο το βράδυ πήρα το ξύλινο κουτί.
Άνοιξα όλα τα γράμματα.
Και διάβασα ξανά το τελευταίο γράμμα του πατέρα μου.
«Έχεις ένα ολόκληρο χωριό πίσω σου.»
Κοίταξα τη Σόφι.
Ήταν ακόμα άρρωστη.
Ακόμα φοβόμασταν.
Ακόμα δεν υπήρχαν εγγυήσεις.
Αλλά υπήρχε κάτι που δεν είχαμε πριν.
Μια πραγματική πιθανότητα.

0 comments:
Post a Comment