ΜΕΡΟΣ 6 — Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣΕ Ο ΑΑΡΩΝ ΗΤΑΝ ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΜΑΖΕΨΕΙ Η ΜΑΪΡΗ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΒΓΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ — ΑΛΛΑ ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΗΤΑΝ ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΚΡΥΨΕΙ ΓΙΑ ΜΗΝΕΣ
Έβαλα το χέρι μου στο στόμα.
«Άαρον…»
Εκείνος μου έδωσε το λουλούδι.
«Μου το έδωσε η Μαίρη.»
Δεν μπορούσα να μιλήσω.
«Πότε;»
«Τρεις μέρες πριν πεθάνει.»
Κοίταξα τη μαργαρίτα.
Και τότε θυμήθηκα.
Η Μαίρη είχε βγει από το νοσοκομείο για λίγες ώρες.
Ήθελε να νιώσει φυσιολογική.
Είχε δοκιμάσει φορέματα.
Είχε βρει το κόκκινο.
Και στον δρόμο της επιστροφής είχε σταματήσει στον μικρό κήπο έξω από το νοσοκομείο.
Είχε κόψει μια κίτρινη μαργαρίτα.
«Μαμά, δεν επιτρέπεται», της είχα πει.
Εκείνη είχε γελάσει.
«Τότε ας με συλλάβουν.»
Δεν ήξερα ότι ο Άαρον είχε κρατήσει το λουλούδι.
Ο Άαρον άρχισε να ξετυλίγει ένα δεύτερο κομμάτι χαρτί.
«Μου είπε να σου το δώσω σήμερα.»
Τα χέρια μου έτρεμαν.
«Γιατί δεν μου το έδωσες νωρίτερα;»
Ο Άαρον χαμήλωσε το βλέμμα.
«Μου είπε να περιμένω.»
«Μέχρι πότε;»
«Μέχρι την αποφοίτηση.»
«Γιατί;»
«Γιατί ήξερε ότι θα προσπαθούσες να με σταματήσεις.»
Έκλεισα τα μάτια.
Είχε δίκιο.
Άνοιξα το χαρτί.
Στην κορυφή υπήρχε το όνομά μου.
Μαμά.
Και από κάτω, η γραφή της Μαίρης.
Η όρασή μου θόλωσε.
Ο Άαρον στάθηκε δίπλα μου.
«Διάβασέ το.»
Προσπάθησα.
Δεν μπορούσα.
Τα γράμματα κολυμπούσαν μπροστά μου.
Ο Άαρον έσκυψε.
Και άρχισε να διαβάζει.
Η Μαίρη έγραφε ότι ήξερε πως ίσως να μην προλάβαινε να αποφοιτήσει.
Ότι μισούσε την ιδέα πως ο Άαρον θα στεκόταν μόνος στη σκηνή.
Αλλά δεν ήθελε η απουσία της να μετατρέψει την ημέρα του σε άλλη μία ημέρα πένθους.
Και τότε ήρθε η φράση που με διέλυσε.
Ήθελε να φορέσει το κόκκινο φόρεμα.
Αλλά αν δεν προλάβαινε…
ήθελε ο Άαρον να το φορέσει για εκείνη.
Ήθελε η μητέρα τους να κοιτάξει τη σκηνή και να δει και τα δύο παιδιά της.
Εκείνη τη στιγμή κατέρρευσα.
Όχι επειδή ντρεπόμουν.
Όχι επειδή φοβόμουν τι θα έλεγαν οι άλλοι.
Αλλά επειδή κατάλαβα ότι η Μαίρη είχε σκεφτεί αυτή τη μέρα όταν ακόμα ήταν ζωντανή.
Και είχε φροντίσει να μην είμαστε ποτέ πραγματικά μόνοι.

0 comments:
Post a Comment