ΜΕΡΟΣ 7 — Η ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΜΕ ΜΙΑ ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΚΑΤΕΛΗΞΕ ΣΕ ΜΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟ ΤΗΣ ΜΑΜΑΣ — ΚΑΙ Ο ΑΛΑΡΙΚ ΤΗΣ ΕΚΑΝΕ ΜΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕ
Ήταν σχεδόν δέκα όταν αποφασίσαμε να φύγουμε.
Η μαμά σηκώθηκε.
«Αυτό ήταν το καλύτερο βράδυ που είχα εδώ και χρόνια.»
Ο Αλάρικ χαμογέλασε.
«Τότε θα το επαναλάβουμε.»
«Δεν ξέρω.»
«Δεν σε ρώτησα.»
Η μαμά γέλασε.
«Πάντα ήσουν ενοχλητικός.»
«Κι εσύ πάντα ήσουν πεισματάρα.»
Πριν φύγουμε, ο Αλάρικ μας σταμάτησε.
«Μόλι.»
«Ναι;»
«Θέλω να σου κάνω μια πρόταση.»
Η μαμά τον κοίταξε.
«Τι πρόταση;»
«Έλα να δουλέψεις μαζί μου.»
Η μαμά έμεινε άφωνη.
«Τι;»
«Μερικές ώρες. Όποτε θέλεις. Όχι ως υπάλληλος.»
«Τότε ως τι;»
«Ως άνθρωπος που δοκιμάζει τα πιάτα μου και μου λέει αν είναι καλά.»
Η μαμά γέλασε.
«Αυτό το κάνω δωρεάν εδώ και σαράντα χρόνια.»
«Ακριβώς. Έχεις τεράστια εμπειρία.»
«Δεν μπορώ να πιστέψω ότι μου το προτείνεις.»
«Γιατί όχι;»
Η μαμά κοίταξε γύρω της.
«Επειδή…»
Σταμάτησε.
Ο Αλάρικ περίμενε.
«Επειδή φοβάμαι.»
«Τότε θα φοβάσαι εδώ.»
«Αυτό υποτίθεται ότι είναι ενθαρρυντικό;»
«Ναι.»
Η μαμά γέλασε.
«Δεν έχεις αλλάξει καθόλου.»
«Ούτε εσύ.»
Η μαμά πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Θα το σκεφτώ.»
«Αυτό σημαίνει ναι.»
«Σημαίνει θα το σκεφτώ.»
«Για μένα σημαίνει ναι.»
«Είσαι αδύνατος άνθρωπος.»
«Και εσύ είσαι πεισματάρα.»
Καθώς φεύγαμε, η μαμά σταμάτησε στην πόρτα.
Γύρισε προς τον Αλάρικ.
«Ευχαριστώ.»
«Για τι;»
«Που με θυμήθηκες.»
Ο Αλάρικ έγνεψε.
«Δεν χρειάστηκε να σε θυμηθώ. Δεν σε ξέχασα ποτέ.»
Η μαμά δεν απάντησε.
Απλώς χαμογέλασε.
Στο αυτοκίνητο επικρατούσε σιωπή.
Οδηγούσα για αρκετά λεπτά.
Τότε η μαμά μίλησε.
«Δάφνη;»
«Ναι;»
«Είμαι περήφανη για σένα.»
«Γιατί;»
«Επειδή απόψε δεν με άφησες να φύγω.»
Χαμογέλασα.
«Δεν θα σε άφηνα.»
«Ακόμα κι αν ήθελα;»
«Ειδικά τότε.»
Γέλασε.
Μετά κοίταξε έξω από το παράθυρο.
«Ίσως έχω χάσει πολύ χρόνο.»
«Δεν τελείωσε η ζωή σου.»
«Το ξέρω.»
«Τότε;»
«Απλώς σκέφτομαι πόσα πράγματα θα έκανα αν δεν φοβόμουν.»
Της απάντησα:
«Μπορούμε να αρχίσουμε τώρα.»
Δεν είπε τίποτα.
Αλλά χαμογέλασε.
Και την επόμενη εβδομάδα, μου τηλεφώνησε.
«Δάφνη;»
«Τι έγινε;»
«Ο Αλάρικ μου έστειλε μήνυμα.»
«Και;»
«Θέλει να πάω στο εστιατόριο.»
«Για να δουλέψεις;»
«Για να δοκιμάσω ένα καινούργιο πιάτο.»
Γέλασα.
«Θα πας;»
Υπήρξε μια μικρή παύση.
«Ναι.»
Και αυτή ήταν μόνο η αρχή.

0 comments:
Post a Comment