ΜΕΡΟΣ 6 — ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΠΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣΕ Ο ΑΛΑΡΙΚ ΓΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ 40 ΧΡΟΝΙΑ ΕΚΑΝΕ ΤΗ ΜΑΜΑ ΜΟΥ ΝΑ ΚΛΑΨΕΙ — ΓΙΑΤΙ ΤΗΣ ΘΥΜΙΣΕ ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ ΠΡΙΝ ΑΡΧΙΣΕΙ ΝΑ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ
Το χαρτί ήταν κιτρινισμένο.
Οι άκρες του είχαν φθαρεί.
Αλλά τα γράμματα ήταν ακόμα καθαρά.
Η μαμά το κρατούσε με τα δύο χέρια.
«Δεν θυμόμουν ότι το είχα γράψει.»
Ο Αλάρικ χαμογέλασε.
«Εγώ δεν το ξέχασα ποτέ.»
«Τι έλεγε;» ρώτησα.
Η μαμά δίστασε.
Μετά διάβασε:
«Μην αφήσεις κανέναν να σου πει ότι δεν ανήκεις εκεί που θέλεις να είσαι.»
Σήκωσε το βλέμμα.
«Το είχα γράψει για εκείνον.»
Ο Αλάρικ έγνεψε.
«Και τελικά το χρειάζεσαι εσύ.»
Η μαμά χαμογέλασε.
«Ίσως.»
Έμειναν για λίγο σιωπηλοί.
Τότε ο Αλάρικ σηκώθηκε.
«Περίμενέ με.»
Επέστρεψε με ένα μικρό κουτί.
Το άφησε στο τραπέζι.
Η μαμά το κοίταξε.
«Τι είναι;»
«Άνοιξέ το.»
Μέσα υπήρχε ένα παλιό μεταλλικό κουτάλι.
Η μαμά το αναγνώρισε αμέσως.
«Δεν γίνεται.»
«Γίνεται.»
«Αυτό ήταν από εκείνη την κουζίνα.»
«Το πρώτο μου κουτάλι.»
«Νόμιζα ότι το είχες πετάξει.»
«Ποτέ.»
Η μαμά το πήρε στα χέρια της.
«Γιατί τα κράτησες όλα αυτά;»
Ο Αλάρικ απάντησε απλά:
«Επειδή δεν ξέχασα ποια ήσουν για μένα.»
Αυτή η φράση την διέλυσε.
Άρχισε να κλαίει.
Έσκυψα και την αγκάλιασα.
«Μαμά.»
«Συγγνώμη.»
«Γιατί ζητάς συγγνώμη;»
«Δεν ξέρω.»
«Δεν χρειάζεται.»
Ο Αλάρικ πήγε λίγο πιο πέρα και μας άφησε μόνες.
Μετά από λίγα λεπτά, η μαμά σκούπισε τα μάτια της.
«Ντρέπομαι που έχω αφήσει τόσο καιρό τον εαυτό μου να φοβάται.»
«Δεν χρειάζεται να ντρέπεσαι.»
«Νιώθω ότι έχασα χρόνια.»
Της έπιασα το χέρι.
«Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τα χρόνια που πέρασαν.»
«Το ξέρω.»
«Μπορούμε όμως να αλλάξουμε τα επόμενα.»
Με κοίταξε.
Και χαμογέλασε.
«Αυτό θα κάνουμε.»
Ο Αλάρικ επέστρεψε.
«Έτοιμες;»
«Για τι;»
«Για επιδόρπιο.»
Η μαμά γέλασε.
«Πάλι;»
«Φυσικά.»
«Θα με κάνεις να φάω όλο το εστιατόριο.»
«Όχι. Απλώς θα σε αφήσω να φας αυτό που θέλεις.»
Και για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ, η μαμά δεν κοίταξε γύρω της για να δει αν κάποιος την παρακολουθούσε.
Δεν έκρυψε το πιάτο.
Δεν έβαλε το πιρούνι κάτω από ντροπή.
Έφαγε.
Αργά.
Με απόλαυση.
Και όταν τελείωσε, χαμογέλασε.
«Αυτό ήταν υπέροχο.»
Ο Αλάρικ απάντησε:
«Το ξέρω.»

0 comments:
Post a Comment