ΜΕΡΟΣ 9 — Ο Μαρκ μου ζήτησε να του πω αν θέλω να σώσω τον γάμο μας — Και εγώ του έδειξα το χαρτί που είχα γράψει μόνη μου στη Φλόριντα, με όλα όσα δεν είχα τολμήσει ποτέ να ζητήσω
Πήγα στο δωμάτιό μου.
Άνοιξα τη βαλίτσα.
Βρήκα το διπλωμένο χαρτί.
Γύρισα στο σαλόνι.
Ο Μαρκ περίμενε.
«Τι είναι αυτό;»
«Αυτό που χρειάζομαι.»
Το άνοιξα.
«Το έγραψα στη Φλόριντα.»
Άρχισα να διαβάζω.
«Να με ρωτάς.»
Σήκωσε τα μάτια του.
«Να με ακούς.»
Συνέχισα.
«Να μην υποθέτεις ότι επειδή δεν παραπονιέμαι, είμαι ευτυχισμένη.»
«Να μπορώ να έχω χρόνο για μένα.»
«Να μπορώ να κάνω κάτι χωρίς να αισθάνομαι ένοχη.»
«Να μπορώ να πω όχι.»
«Να μπορώ να θέλω κάτι χωρίς να πρέπει να το δικαιολογώ.»
Ο Μαρκ κατέβασε το κεφάλι.
«Να είμαι σύντροφός σου.»
Σταμάτησα.
«Όχι βοηθός σου.»
Δεν μίλησε.
«Όχι άνθρωπος που φροντίζει να λειτουργούν όλα.»
«Όχι η γυναίκα που πρέπει πάντα να είναι καλά.»
Η φωνή μου άρχισε να τρέμει.
«Θέλω να μπορώ να κουράζομαι.»
«Θέλω να μπορώ να θυμώνω.»
«Θέλω να μπορώ να πω ότι κάτι με πληγώνει.»
«Και θέλω να μη χρειάζεται να φύγω από ένα ξενοδοχείο για να καταλάβεις ότι κάτι δεν πάει καλά.»
Ο Μαρκ έσκυψε το κεφάλι.
Έμεινε έτσι για αρκετά δευτερόλεπτα.
Μετά είπε:
«Έχεις δίκιο.»
«Δεν θέλω να μου πεις μόνο ότι έχω δίκιο.»
«Τότε τι θέλεις;»
«Θέλω να αλλάξει η ζωή μας.»
«Θα αλλάξει.»
«Δεν μπορώ να σου το πιστέψω μόνο επειδή το λες.»
«Το ξέρω.»
Με κοίταξε.
«Τότε θα στο δείξω.»
«Πώς;»
«Θα ξεκινήσουμε με τα απλά.»
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Από αύριο θα αναλάβω εγώ τα παιδιά το πρωί.»
«Και;»
«Θα έχουμε δικό μας χρόνο.»
«Και;»
«Θα σταματήσω να θεωρώ δεδομένο ότι θα οργανώσεις τα πάντα.»
«Και;»
Χαμογέλασε αμήχανα.
«Θα σε ρωτάω τι θέλεις.»
Δεν μίλησα.
«Και αν μου πεις κάτι που δεν θέλω;»
«Θα το συζητήσουμε.»
«Κι αν διαφωνήσουμε;»
«Θα διαφωνήσουμε.»
«Κι αν θυμώσω;»
«Θα σε ακούσω.»
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα.
Όχι επειδή είχα ήδη συγχωρήσει.
Δεν είχα.
Αλλά επειδή για πρώτη φορά η συζήτηση δεν ήταν μονόπλευρη.
Δεν ήμουν εγώ που εξηγούσα.
Εκείνος άκουγε.
«Με αγαπάς ακόμα;» ρώτησε.
Η ερώτηση με αιφνιδίασε.
«Ναι.»
Έκλεισε τα μάτια.
«Αλλά...»
«Αλλά δεν αρκεί.»
Κούνησε το κεφάλι.
«Το ξέρω.»
«Η αγάπη δεν μπορεί να είναι δικαιολογία για να συνεχίσουμε να ζούμε με τον ίδιο τρόπο.»
«Δεν θέλω να ζήσουμε έτσι.»
«Τότε πρέπει να το αποδείξεις.»
«Θα το κάνω.»
«Δεν χρειάζεται να το κάνεις για να με κρατήσεις.»
«Για ποιον τότε;»
«Για εμάς.»
Έμεινε σιωπηλός.
Μετά σηκώθηκε.
«Θες να κοιμηθείς;»
«Ναι.»
«Εντάξει.»
Πήγε προς την κουζίνα.
«Μαρκ;»
Γύρισε.
«Ναι;»
«Ευχαριστώ που άκουσες.»
Χαμογέλασε.
«Εγώ πρέπει να σε ευχαριστήσω που μίλησες.»
Και πήγε στην κουζίνα.
Εγώ έμεινα μόνη στο σαλόνι.
Κοίταξα το χαρτί.
Το δίπλωσα.
Αλλά δεν το πέταξα.
Το έβαλα στο συρτάρι μου.
Γιατί δεν ήθελα να ξεχάσω ποτέ εκείνη τη γυναίκα που το είχε γράψει.
Τη γυναίκα που καθόταν μόνη σε μια ξύλινη αποβάθρα.
Τη γυναίκα που είχε πάρει τα παιδιά και είχε φύγει.
Τη γυναίκα που είχε φοβηθεί ότι ίσως έκανε λάθος.
Και παρ' όλα αυτά προχώρησε.

0 comments:
Post a Comment