ΜΕΡΟΣ 1 — Ο ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΜΟΥ ΖΗΤΗΣΕ ΝΑ ΤΟΝ ΠΑΝΤΡΕΥΤΩ ΕΝΩ ΤΟΝ ΓΝΩΡΙΖΑ ΜΟΛΙΣ ΛΙΓΕΣ ΜΕΡΕΣ
Την ημέρα που γνώρισα τον Τζούλιαν, δεν ήξερα ούτε το επίθετό του.
Δεν ήξερα πού είχε μεγαλώσει.
Δεν ήξερα αν είχε παιδιά.
Δεν ήξερα γιατί δεν ερχόταν κανείς να τον επισκεφθεί.
Ήξερα μόνο ότι ήταν ένας ηλικιωμένος άντρας σε ένα νοσοκομειακό δωμάτιο, με μια καρδιά που αργά εγκατέλειπε το σώμα του και ένα χαμόγελο που έμοιαζε παράταιρο με όλα όσα συνέβαιναν γύρω του.
Κι εγώ ήμουν μια εικοσιεννιάχρονη γυναίκα που είχε χάσει τη μητέρα της και προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρει έναν λόγο για να σηκώνεται κάθε πρωί.
Η μητέρα μου είχε πεθάνει έναν χρόνο νωρίτερα.
Από τότε, η ζωή μου είχε γίνει παράξενα αθόρυβη.
Το διαμέρισμά μου ήταν γεμάτο πράγματα που δεν μπορούσα να πετάξω και γεμάτο σιωπή που δεν μπορούσα να αντέξω.
Το τελευταίο βράδυ της μητέρας μου, θυμάμαι ότι κρατούσα το χέρι της και της έλεγα πως δεν θα την άφηνα μόνη.
Εκείνη δεν μπορούσε πλέον να μιλήσει.
Μόνο με κοίταζε.
Ίσως γι' αυτό, όταν άρχισα να προσφέρω εθελοντική εργασία στο νοσοκομείο, ένιωθα ότι με κάποιον τρόπο συνέχιζα μια υπόσχεση που είχα δώσει.
Πήγαινα σε δωμάτια όπου οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ήθελαν να μπουν.
Έφερνα νερό.
Διάβαζα βιβλία.
Έμενα δίπλα σε ασθενείς όταν οι οικογένειές τους αργούσαν.
Και μερικές φορές απλώς καθόμουν.
Δεν χρειαζόταν πάντα να πεις κάτι.
Μερικοί άνθρωποι χρειάζονταν μόνο να ξέρουν ότι κάποιος ήταν εκεί.
Ο Τζούλιαν ήταν ένας από αυτούς.
Την πρώτη φορά που μπήκα στο δωμάτιό του, κοιμόταν.
Ήταν αδύνατος, με γκρίζα μαλλιά και βαθιές ρυτίδες γύρω από τα μάτια.
Στο κομοδίνο υπήρχε ένα πλαστικό ποτήρι νερό, μερικά φάρμακα και ένα παλιό βιβλίο.
Κανένα λουλούδι.
Καμία φωτογραφία.
Κανένα τηλεφώνημα.
Κανένα σημάδι ότι κάποιος περίμενε έξω από αυτή την πόρτα.
Άφησα το βιβλίο που κρατούσα πάνω στο τραπεζάκι.
«Καλημέρα», είπα.
Τα μάτια του άνοιξαν.
Με κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα.
Και χαμογέλασε.
«Ήρθες.»
Σταμάτησα.
«Με περιμένατε;»
«Όχι εσένα συγκεκριμένα», είπε.
Χαμογέλασε ξανά.
«Αλλά ήλπιζα να έρθει κάποιος.»
Αυτή ήταν η αρχή.
Τις επόμενες ημέρες άρχισα να περνάω περισσότερο χρόνο μαζί του.
Μου μιλούσε για μικρά πράγματα.
Για τον καιρό.
Για το φαγητό του νοσοκομείου.
Για ένα παλιό τραγούδι που άκουγε όταν ήταν νέος.
Μια φορά με ρώτησε γιατί δεν φορούσα ποτέ δαχτυλίδια.
Γέλασα.
«Δεν έχω κανέναν να μου τα χαρίσει.»
Με κοίταξε για λίγο περισσότερο από όσο χρειαζόταν.
«Μερικές φορές», είπε, «οι άνθρωποι που περιμένουμε να μας χαρίσουν κάτι δεν έρχονται ποτέ. Και τότε πρέπει να μάθουμε να αγαπάμε όσα έχουμε.»
Δεν κατάλαβα γιατί αυτή η φράση έμεινε στο μυαλό μου.
Μέχρι εκείνο το απόγευμα.
Ο ήλιος έπεφτε πίσω από τα παράθυρα του νοσοκομείου και ο Τζούλιαν κρατούσε το χέρι μου.
«Νόρα.»
«Ναι;»
«Θα μου κάνεις μια μεγάλη χάρη;»
«Αν μπορώ.»
Με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια.
«Παντρέψου με.»
Πάγωσα.
Στην αρχή νόμιζα ότι αστειευόταν.
«Τζούλιαν...»
«Το εννοώ.»
«Μόλις που γνωριζόμαστε.»
«Το ξέρω.»
«Είσαι εβδομήντα δύο ετών.»
«Το ξέρω κι αυτό.»
«Και είσαι πολύ άρρωστος.»
Για πρώτη φορά το χαμόγελό του χάθηκε.
«Ακριβώς γι' αυτό.»
Μου εξήγησε ότι δεν ήθελε να περάσει τις τελευταίες του ημέρες σαν έναν αριθμό σε έναν φάκελο.
Δεν ήθελε να πεθάνει μόνος.
Δεν μου ζήτησε χρήματα.
Δεν μου μίλησε για περιουσία.
Δεν μου υποσχέθηκε τίποτα.
Μου ζήτησε μόνο να είμαι εκεί.
Και ίσως επειδή ήξερα πώς αισθανόταν ένας άνθρωπος όταν η τελευταία του ανάμνηση ήταν ένα άδειο δωμάτιο, είπα τελικά το «ναι».
Δύο ημέρες αργότερα, ένας ιερέας του νοσοκομείου μας πάντρεψε.
Δεν είχαμε βέρες.
Ο Τζούλιαν βρήκε ένα μεταλλικό κρικάκι από ένα κουτάκι αναψυκτικού και το πέρασε στο δάχτυλό μου.
«Δεν είναι πολύ ρομαντικό», ψιθύρισα.
«Είναι το μόνο που έχω.»
«Τότε είναι αρκετό.»
Για επτά ημέρες ήμουν δίπλα του.
Επτά ημέρες που έμοιαζαν παράξενα περισσότερο σαν χρόνια.
Μιλούσαμε τη νύχτα.
Μου είπε πράγματα που δεν είχε πει σε κανέναν.
Κι εγώ του μίλησα για τη μητέρα μου.
Την έβδομη νύχτα, η αναπνοή του έγινε πιο αργή.
Κρατούσα το χέρι του.
«Φοβάσαι;» τον ρώτησα.
Με κοίταξε.
«Όχι πια.»
«Γιατί;»
«Επειδή κάποιος έμεινε.»
Λίγες ώρες αργότερα, η καρδιά του σταμάτησε.
Έμεινα στο δωμάτιο πολύ μετά την έξοδο των νοσηλευτών.
Κοίταζα το άδειο κρεβάτι.
Δεν καταλάβαινα πώς ένας άνθρωπος που γνώριζα μόνο επτά ημέρες μπορούσε να αφήσει τόσο μεγάλο κενό.
Τότε άνοιξε η πόρτα.
Ένας ηλικιωμένος άντρας μπήκε μέσα κρατώντας ένα πράσινο σακίδιο.
«Νόρα;»
«Ναι.»
«Είμαι ο Χένρι. Ήμουν ο δικηγόρος του Τζούλιαν.»
Μου έδωσε το σακίδιο.
Ήταν πολύ βαρύτερο απ' όσο περίμενα.
«Τι είναι αυτό;»
Ο Χένρι με κοίταξε για αρκετά δευτερόλεπτα.
Ύστερα είπε:
«Ο Τζούλιαν μού έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες.»
«Τι οδηγίες;»
Η φωνή του χαμήλωσε.
«Να σου το παραδώσω μόνο αφού πεθάνει.»
Άγγιξα το φερμουάρ.
«Και γιατί;»
Ο Χένρι πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Γιατί, Νόρα... ο Τζούλιαν δεν ήταν ο άνθρωπος που νόμιζες.»
Σταμάτησα.
«Τι εννοείτε;»
Ο Χένρι κοίταξε την πόρτα.
«Ήθελε να μάθεις την αλήθεια.»
Και τότε άκουσα μέσα στο σακίδιο έναν μεταλλικό ήχο.
Σαν κάτι να είχε χτυπήσει πάνω σε κάτι άλλο.
Άνοιξα αργά το φερμουάρ.
Και είδα για πρώτη φορά το αντικείμενο που θα άλλαζε όσα πίστευα για τη ζωή του Τζούλιαν.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 2…

0 comments:
Post a Comment